Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πλουτοδότης" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Κάτο πλουτοδότης: -ου, ὁ, αυτός που δίνει πλούτο, σε Ησίοδ. πλουτοδότης: ου ὁ податель богатств (эпитет богов) Hes., Luc. πλουτοδότης -ου, ὁ [πλοῦτος
    3 KB (244 words) - 06:02, 10 January 2019
  • πλουτίνδα, πλουτίνδην, πλουτίς νεοελλ. πλουταίνω. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) πλουτοδότης, πλουτοφόρος, πλουτόχθων αρχ. πλουθυγίεια, πλούταρχος, πλουτογαθής, πλουτοδοτήρ
    6 KB (354 words) - 12:55, 15 February 2019
  • wealth-giver, a name of Hades, ὅτι ἐκ τῆς γῆς ἀνίεται [ὁ πλοῦτος], Cra.403a, cf. πλουτοδότης; identified with Plutus, and considered as the god of riches, cf. S.Fr
    5 KB (396 words) - 10:00, 13 January 2019
  • -έω, Α πλουτοδότης δίνω πλούτη, δίνω περιουσία, αγαθά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    138 bytes (17 words) - 12:18, 29 September 2017
  • πλουτίνδα, πλουτίνδην, πλουτίς νεοελλ. πλουταίνω. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) πλουτοδότης, πλουτοφόρος, πλουτόχθων αρχ. πλουθυγίεια, πλούταρχος, πλουτογαθής, πλουτοδοτήρ
    23 KB (2,178 words) - 14:25, 3 October 2019
  • ἡ подательница богатств (эпитет Геры) Luc. πλουτοδότειρα -ας, ἡ [~ πλουτοδότης] schenkster van rijkdom (van Demeter).
    253 bytes (16 words) - 14:24, 31 December 2018
  • verrichtete. Man betrachtete den Herkules als den Geber des Reichtums (πλουτοδότης), weshalb man ihm auch den Zehnten des gewonnenen Reichtums opferte, s
    13 KB (1,860 words) - 17:40, 27 February 2019
  • πλουτοδότης
    42 bytes (1 word) - 11:12, 22 August 2017
  • πλουτοδοσία: ἡ, ἡ δόσις πλούτου, Θ. Πτωχοπροδρ. Rev. arch. 1874, σ. 376. ἡ, Μ πλουτοδότης δόση, παροχή πλούτου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    241 bytes (27 words) - 12:18, 29 September 2017
  • а следовательно, хитрости, ловкости и богатства - ἐριούνιος, ἀκάκητα, πλουτοδότης; тж. покровитель обмана и воровства, утренних и вечерних сумерек, путешествий
    27 KB (2,541 words) - 13:35, 3 October 2019
  • πλουτοδοτήρ: -ῆρος, ὁ, = το επόμ., σε Ανθ. πλουτοδοτήρ: ῆρος ὁ Anth. = πλουτοδότης.
    1 KB (78 words) - 02:44, 1 January 2019
  • податель богатств = πλουτοδότης Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    46 bytes (38 words) - 22:45, 13 October 2019
  • schenker van rijkdom = πλουτοδότης Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    46 bytes (34 words) - 11:35, 10 January 2019