Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πολυμαθής" on this wiki. See also the other search results found.

  • ученый, образованнейший Arph. etc. πολυμαθής -ές [πολύς, μανθάνω] geleerd. πολῠ-μᾰθής, ές μαθεῖν having learnt or knowing much, Ar., Plat.
    3 KB (180 words) - 12:20, 9 January 2019
  • adj. P. and V. σοφός, P. φιλόσοφος, Ar. and P. πολυμαθής. Learned in: P. and V. ἐπιστήμων (gen.), ἔμπειρος (gen.). Learned man, subs.: P. and V. σοφιστής
    365 bytes (45 words) - 09:45, 21 July 2017
  • and V. σοφός, Ar. and P. φρόνιμος; see sagacious. Learned: Ar. and P. πολυμαθής. Grave: P. and V. σεμνός. Look up sage on Perseus Dictionaries | Perseus
    438 bytes (55 words) - 10:00, 21 July 2017
  • -ές αυτός που έχει ευρεία μάθηση, πλούτο γνώσεων, ο πολυμαθής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ- + -μαθής (< μάθος), πρβλ. α-μαθής, πολυ-μαθής]. Αναζήτηση σε: Google |
    448 bytes (28 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -ία, -ιον) λόγος πεπαιδευμένος, πνευματικά καλλιεργημένος, μορφωμένος, πολυμαθής νεοελλ. 1. (και ως ουσ.) άνθρωπος τών γραμμάτων 2. ο σχετικός με τα γράμματα
    12 KB (1,092 words) - 14:00, 3 October 2019
  • -έω, Α πολυμαθής είμαι πολυμαθής, έχω πολλές γνώσεις. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    129 bytes (17 words) - 12:19, 29 September 2017
  • ας (ἡ) : grand savoir. Étymologie: πολυμαθής. η / πολυμάθεια, ΝΜΑ, και πολυμαθία και ιων. τ. πολυμαθίη, Α πολυμαθής 1. η ιδιότητα του πολυμαθούς, το να
    2 KB (107 words) - 02:40, 1 January 2019
  • -η, -ο, Ν αυτός που κατέχει, που γνωρίζει πολλά, ο πολυμαθής. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -κάτεχος (< κατέχω «γνωρίζω καλά»), πρβλ. α-κάτεχος]. Αναζήτηση σε: Google
    445 bytes (29 words) - 12:19, 29 September 2017
  • -η, -ο, Ν αυτός που γνωρίζει πολλά, πολυμαθής. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -γνωρος (< γνωρίζω), πρβλ. πρωτό-γνωρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    393 bytes (24 words) - 12:19, 29 September 2017
  • Apollnds. 22 (IX, 280). πολυΐστωρ: -ορος, ὁ, ἡ, ὁ πολλὰ ἐπιστάμενος, πολυμαθής, Ἀνθ. Π. 9. 280, Διον. Ἁλ. π. Δεινάρχ. 1, Στράβ. 149· ― ὡσαύτως πολυΐστορος
    2 KB (167 words) - 02:40, 1 January 2019
  • επιστήμη ή εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη 2. φρ. «κινητή βιβλιοθήκη» — ο πολυμαθής αρχ. αρχείο επίσημης αναγραφής γεγονότων. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλίον + θήκη. Το
    3 KB (206 words) - 07:00, 31 December 2018
  • ἐστιγμένος, = στιγματίας, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 43. ΙΙ. ὁ πολλὰ γράμματα μαθών, πολυμαθής, πεπαιδευμένος, Πλούτ. 2. 1121F, κτλ. ος, ον : très lettré. Étymologie:
    3 KB (164 words) - 10:55, 10 January 2019
  • -η, -ο (Α εὐπαίδευτος, -ον) μορφωμένος, πολυμαθής αρχ. 1. αυτός που δείχνει, που δηλώνει πολυμάθεια («εὐπαίδευτος ἐπιστολή», Διον. Αλ.) 2. φρ. «εὐπαίδευτόν
    875 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Phaedr. 275 a; καὶ πολυμαθής, Legg. VII, 810 e; τῶν βιβλίων, Damasc. bei Suid. πολυήκοος: -ον, (ἀκούω) ὁ πολλὰ ἀκηκοώς, πολυμαθής, Κλεόβουλος παρὰ Στοβ
    2 KB (164 words) - 08:06, 1 January 2019
  • Α επίρρ. βλ. πολυμαθής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    80 bytes (13 words) - 12:19, 29 September 2017
  • Amat.137b. [Seite 665] ein πολυμαθής, gelehrt sein, Plat. Riv. 137 b. πολῠμᾰθέω: μανθάνω ἢ γινώσκω πολλά, εἶμαι πολυμαθής, Πλάτ. Ἀντεραστ. 137Β. πολυμᾰθέω:
    918 bytes (36 words) - 13:32, 31 December 2018
  • learning, eager after knowledge, Pl.Phd.67b, 82d, al.; ἐὰν ᾖς φιλομαθής, ἔσει πολυμαθής = if you are studious, you will become learned Isoc.1.18: Sup. φιλομαθέστατος
    5 KB (364 words) - 16:51, 9 December 2019
  • φωστήρ, -ῆρος, ΝΜΑ νεοελλ. μτφ. έξυπνος, τετραπέρατος νεοελλ.-μσν. μτφ. πολυμαθής μσν.-αρχ. μτφ. βασιλιάς («ὁ φωστήρ τῆς οἰκουμένης», Άνν. Κομν.) αρχ. 1
    1 KB (94 words) - 12:44, 29 September 2017
  • (AM βιβλιακός, -ή, -όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα βιβλία 2. ο πολυμαθής από τη μελέτη βιβλίων 3. ο σχολαστικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (161 words) - 06:00, 10 January 2019
  • -ό / σοφός, -ή, -όν, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύφος Α 1. πλούσιος σε γνώσεις, πολυμαθής, αυτός που γνωρίζει τα πράγματα σε βάθος, ευρυμαθής 2. έξυπνος, ευφυής
    41 KB (3,909 words) - 14:25, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)