Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πορνεύω" on this wiki. See also the other search results found.

  • , = Παθ., σε Λουκ. πορνεύω: тж. med. заниматься проституцией, вести развратную жизнь Her., Aeschin., Dem., Luc., NT. πορνεύω [πόρνη] med.-pass. zich
    7 KB (675 words) - 14:15, 3 October 2019
  • Étymologie: πορνεύω. from πορνεύω; harlotry (including adultery and incest); figuratively, idolatry: fornication. πορνείας, ἡ (πορνεύω), the Sept.
    6 KB (651 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 原文字根:出去-賣淫 字義溯源:一味的行淫,放縱情慾,行淫,淫行;由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出)與(πορνεύω)=行淫)組成;其中 (πορνεύω)出自(πόρνη)=娼妓), (πόρνη)出自(πόρνος)=男娼,淫亂),而 (πόρνος)又出自(περίψημα)X*=出賣)
    5 KB (453 words) - 13:20, 3 October 2019
  • unlawful sexual intercourse, whether for gain or for lust: πορνεία, b. and πορνεύω, 3), metaphorically, an idolatress; so of 'Babylon' i. e. Rome, the chief
    8 KB (823 words) - 15:54, 11 October 2019
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λαικάζω: μέλ. λαικάσομαι, πορνεύω, απατώ, σε Αριστοφ. λαικάζω: Arph. = πορνεύω. Grammatical information: v. Meaning: wench (com
    5 KB (388 words) - 15:10, 2 October 2019
  • (για οικοδομήματα) υψώνομαι, βρίσκομαι σε κάποια θέση 3. (για γυναίκα) πορνεύω, εκδίδομαι επί χρήμασι αρχ. 1. τοποθετώ, παρατάσσω («πεζοὺς δ' ἐξόπισθε
    11 KB (766 words) - 09:01, 23 December 2018
  • od. zugleich huren, Sp. συμπορνεύω: πορνεύω ὁμοῦ ἢ μετά τινος, Κλήμ. Ἀλεξ. 1, 160Β, Βασίλ. IV, 729Β. ΜΑ πορνεύω έχω σαρκικές σχέσεις. Αναζήτηση σε:
    842 bytes (53 words) - 12:36, 29 September 2017
  • εως, ἡ, = foreg., Secund. Sent.14. -εύσεως, ἡ, Α πορνεύω η εκπόρνευση, η έκδοση σε πορνεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    500 bytes (25 words) - 12:05, 29 September 2017
  • traiter comme des prostituées ou des courtisanes, violer. Étymologie: κατά, πορνεύω. καταπορνεύω (Α) 1. εκδίδω σε πορνεία, προαγωγεύω, οδηγώ στην πορνεία
    4 KB (255 words) - 23:55, 9 January 2019
  • fornicate, Lyc.772. [Seite 1334] huren, Lycophr. 772. κασωρεύω (Α) πορνεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κασωρίς + κατάλ. -εύω (πρβλ. βραβ-εύω, πρεσβ-εύω)]. Αναζήτηση
    817 bytes (30 words) - 07:21, 29 September 2017
  • πορνεία, Ψελλ.· οὕτως, πόρνευσις, εως, ἡ, Σεκούνδου Γνῶμαι 14. το, Α πορνεύω πορνεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    691 bytes (36 words) - 12:20, 29 September 2017
  • φιλία ἑταιροῦσα, ψευδής, ἐπίπλαστος ἢ πορνικὴ φιλία, Πλούτ. 2. 62D· πρβλ. πορνεύω, καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ αὐτῶν ἴδε Ἀνδοκ. 8. 16. ΙΙ. Μέσ., = ἑταιρεύομαι
    4 KB (317 words) - 19:35, 9 January 2019
  • (πέρας)X*出自(πέραν)=那邊, (πέραν)又出自(πειράω)X*=穿過)。參讀 (ἀγοράζω)同義字 同源字:1) (πιπράσκω)商業 2) (πορνεύω)賣淫 3) (πωλέω)交換 出現次數:總共(9);太(3);可(1);約(1);徒(3);羅(1) 譯字彙編: 1) 賣(3) 太26:9;
    12 KB (1,195 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 原文音譯:moiceÚw 妹休哦 詞類次數:動詞(14) 原文字根:(犯)姦淫 字義溯源:犯姦淫,姦淫,行淫;源自(μοιχός)*=姦夫,犯姦淫的人)。比較: (πορνεύω)=行淫 出現次數:總共(14);太(3);可(1);路(3);約(1);羅(3);雅(2);啓(1) 譯字彙編: 1) 姦淫(6) 太5:27;
    8 KB (741 words) - 14:01, 3 October 2019
  • Ἱππ. 1285 (τὰ βιβλ. κασαυρ-), κασωρεῖον παρ’ Ἡσυχ.· καὶ τὸ ῥῆμα κασωρεύω, πορνεύω, Λυκόφρ. 772. άδος (ἡ) : courtisane, prostituée. Étymologie: DELG v. κασᾶς
    6 KB (494 words) - 15:04, 2 October 2019
  • « sauter » (une femme) Hsch. Étymologie: DELG cf. λικερτίζω. ληκάω (Α) 1. πορνεύω 2. (κατά τον Ησύχ.) «ληκᾱν τὸ πρὸς ᾠδὴν ὀρχεῑσθαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ληκάω
    4 KB (379 words) - 15:15, 2 October 2019
  • πορνεύτρια: ἡ, = πόρνη, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 172. ἡ, Α πόρνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < πορνεύω + κατάλ. -τρια (πρβλ. χορεύ-τρια)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (45 words) - 13:56, 31 December 2018
  • ontucht plegen = πορνεύω Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    38 bytes (33 words) - 17:45, 9 January 2019
  • afgoden dienen = πορνεύω Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    38 bytes (33 words) - 06:25, 10 January 2019
  • zich prostitueren = πορνεύω, προσεταιρίζομαι Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site |
    74 bytes (34 words) - 13:50, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)