Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "προσδιορισμός" on this wiki. See also the other search results found.

  • [Seite 756] ὁ, hinzugefügte Begrenzung, Bestimmung, Sp., bes. Rhett. προσδιορισμός: τὸ προσδιορίζειν, Ideler Phys. 2. 71, κτλ. ο, ΝΜΑ προσδιορίζω νεοελλ
    4 KB (247 words) - 22:00, 30 December 2020
  • μερικοί, -ές, -ά, κάποιοι, -ες, -οια («είδα κάτι ωραία πράγματα») 2. ως προσδιορισμός για έξαρση ή μείωση («έχει κάτι μάτια») 3. (ως επίρρ.) δηλώνει έκπληξη
    3 KB (210 words) - 14:05, 8 January 2019
  • ο καθορίζω 1. ακριβής ορισμός, σαφής προσδιορισμός 2. αποσαφήνιση, διευκρίνιση («ο καθορισμός τών δικαιωμάτων και καθηκόντων του πολίτη»). * Αναζήτηση
    323 bytes (27 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἡ δι᾿ ἰδιαιτέρου σημείου δήλωσις, ὁ διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου γνωρίσματος προσδιορισμός, Κλήμ. Ἀλ. 156, Σχόλ. Εὐρ. Ἑκ. 379· - ὡς σχῆμα λόγου, «χαρακτηρισμός
    2 KB (144 words) - 15:25, 31 December 2020
  • επιπρόσθετα σ' αυτήν β) (ως ειδική κατηγορία) εσωτερικός απόλυτος προσδιορισμός της ουσίας, προσδιορισμός της ουσίας σε σχέση με αυτήν την ίδια και όχι σε σχέση με
    3 KB (264 words) - 12:05, 29 September 2017
  • όλων τών σωματιδίων ενός συστήματος β) «σύνδεση σήματος» (γεωδ.-τοπ.) ο προσδιορισμός της απόστασης και διεύθυνσης του σήματος με αρκετή ακρίβεια, ώστε να
    6 KB (456 words) - 18:45, 25 March 2021
  • η (Α διάγνωσις) διαγιγνώσκω 1. εικασία, συμπερασμός 2. ο προσδιορισμός της ασθένειας από την οποία πάσχει κάποιος αρχ. 1. η διευκρίνηση, η διάκριση 2.
    553 bytes (47 words) - 07:03, 29 September 2017
  • επιθετικός προσδιορισμός ή ως κατηγορούμενο, π.χ. «ὁρῶμεν πάντα ἀληθῆ ὄντα, ἅ λέγετε», «τὸν κατάλαβα στενοχωρημένο» β) «κατηγορηματικός προσδιορισμός» — ονοματικός
    2 KB (120 words) - 06:40, 29 September 2017
  • αποτελείται από όνομα ή αυτός που έχει τη μορφή ονόματος («ονοματικός προσδιορισμός» — προσδιορισμός όρου μιας πρότασης ο οποίος είναι όνομα, ουσιαστικό ή επίθετο
    2 KB (124 words) - 12:09, 29 September 2017
  • η (AM ἐπεξήγησις) επεξηγώ 1. διασάφηση 2. ομοιόπτωτος προσδιορισμός (ή επεξηγηματική φράση) ο οποίος καθιστά σαφέστερη και ορίζει ευκρινέστερα μια έννοια
    491 bytes (41 words) - 07:11, 29 September 2017
  • η 1. ο προσδιορισμός της αξίας προσώπου, ενέργειας, έργου ή οποιουδήποτε στοιχείου με καθορισμένα κριτήρια 2. (για περιουσία) ο καθορισμός της αξίας μιας
    431 bytes (39 words) - 06:56, 29 September 2017
  • και στη λειτουργία) 2. φρ. α) «ετερογενής προσδιορισμός» — συντακτικός τρόπος κατά τον οποίο ο προσδιορισμός όρου της πρότασης διαφέρει κατά γένος από
    3 KB (228 words) - 07:13, 29 September 2017
  • αναφέρεται σε επίθετο, που έχει την ιδιότητα ή τη θέση επιθέτου («επιθετικός προσδιορισμός») νεοελλ. 1. (για ενέργεια) αυτός που έχει χαρακτήρα επιθέσεως («επιθετική
    1 KB (98 words) - 07:11, 29 September 2017
  • προηγουμένως πρέπει να αποδειχθούν γ) «ἡ τοῦ κέντρου τοῦ ἐκκέντρου λῆψις» — ο προσδιορισμός του κέντρου ενός έκκεντρου κύκλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ληψ- του λαμβάνω (πρβλ
    4 KB (284 words) - 13:00, 15 February 2019
  • η 1. ο προσδιορισμός του δείκτη διαθλαστικότητας τών διαφόρων τμημάτων του οφθαλμού 2. η μέτρηση της κυρτότητας του κερατοειδούς κατά διαφόρους μεσημβρινούς
    808 bytes (49 words) - 12:11, 29 September 2017
  • 1378] ἡ, Zeitrechnung, Chronologie, Sp. η, ΝΑ νεοελλ. 1. ο χρονικός προσδιορισμός γεγονότος σε σχέση με άλλο, σημαντικό, γεγονός, φυσικό ή ιστορικό, που
    1 KB (108 words) - 06:10, 29 September 2017
  • η ο προσδιορισμός με ειδικό όργανο της περιεκτικότητας του οίνου σε οινόπνευμα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    176 bytes (21 words) - 12:01, 29 September 2017
  • κατεύθυνση («στον χώρο της πολιτικής αναζητούνται νέοι προσανατολισμοί») 4. ο προσδιορισμός της διεύθυνσης του Βορρά σε έναν τόπο 5. βιολ. το σύνολο τών κινήσεων
    3 KB (238 words) - 12:22, 29 September 2017
  • προσθήκη ενός επιθήματος ή ενός προθέματος είτε με μια λέξη που τίθεται ως προσδιορισμός και έχει τη σημασία «μεγάλος, πολύς» και με το οποίο επιτυγχάνεται κατά
    2 KB (173 words) - 06:46, 29 September 2017
  • συμφωνεί «κατὰ πτῶσιν» με τη λέξη στην οποία αναφέρεται («ετερόπτωτος προσδιορισμός») αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτερόπτωτον αλλαγή πτώσεως (ως σχήμα λόγου)
    939 bytes (62 words) - 07:13, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)