Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "προσοχή" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Κάτο προσοχή: ἡ (προσέχω), προσοχή, σε Λουκ. προσοχή: ἡ внимательность, внимание Plut., Luc. προσοχή -ῆς, ἡ [προσέχω] aandacht. προσοχή, ἡ, προσέχω
    4 KB (296 words) - 13:00, 15 February 2019
  • αποκρούω, απωθώ 3. στρέφω την προσοχή μου σε κάτι ή εναντίον κάποιου II. (-ομαι) 1. αποφεύγω κάτι 2. δεν δίνω προσοχή στα λόγια κάποιου 3. γυρίζω πίσω
    788 bytes (65 words) - 06:21, 29 September 2017
  • παρατηρεί κανείς γύρω του με πολλή προσοχή, προσεκτική και λεπτομερής εξέταση 2. συνεκδ. φρόνηση, μεγάλη σύνεση, μεγάλη προσοχή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    413 bytes (35 words) - 12:17, 29 September 2017
  • κάτι με το βλέμμα και με προσοχή, εξετάζω («παρατηρώ τις ηλιακές κηλίδες με το τηλεσκόπιο») 2. έχω συνεχώς στραμμένη την προσοχή μου σε κάτι, προσέχω νεοελλ
    2 KB (160 words) - 12:14, 29 September 2017
  • (I) -άω, Ν παρατηρώ με προσοχή, παρακολουθώ («στα δάση που προπάτειενε συντήραν' ένα-ένα», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + τηρώ «βλέπω»]. (II) συντηρῶ, -έω
    2 KB (130 words) - 12:00, 9 January 2019
  • («έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον») 2. ερωτική συμπάθεια 3. αυτό που κινεί την προσοχή («το βιβλίο έχει ενδιαφέρον») 4. συμφέρον («τα ενδιαφέροντα τών Μεγάλων
    495 bytes (42 words) - 07:08, 29 September 2017
  • παραμελώ, αγνοώ («περιφρόνησα τον κίνδυνο») αρχ. εξετάζω, υπολογίζω με προσοχή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    372 bytes (33 words) - 12:17, 29 September 2017
  • ψάχνω κάτι παρακολουθώντας τα ίχνη του, ιχνηλατώ 2. αναζητώ, ψάχνω με προσοχή. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α)- + ιχνεύω. ΠΑΡ. ανίχνευση νεοελλ. ανιχνευτής]. Αναζήτηση
    563 bytes (33 words) - 06:55, 29 September 2017
  • ἐρεύω) 1. αναζητώ κάτι, ζητώ να βρω κάτι, ψάχνω για κάτι 2. εξετάζω με προσοχή κάτι, μελετώ, προσπαθώ να εισχωρήσω στο βάθος της υπόθεσης, να βρω την αλήθεια
    1 KB (104 words) - 07:13, 29 September 2017
  • μου» — εντείνω τις δυνάμεις μου ή τις προσπάθειές μου γ) «συγκεντρώνω την προσοχή μου» — προσέχω εντατικά και απερίσπαστα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + κέντρο. Η λ.
    3 KB (210 words) - 12:35, 29 September 2017
  • ἀκριβής 1. λεπτολόγα και σχολαστική προσοχή σε πράξεις ή σε λόγους, ακροβολογία, πιστότητα, καθαρότητα, σαφήνεια 2. προσοχή στις λεπτομέρειες, λεπτολόγηση,
    4 KB (267 words) - 12:30, 15 February 2019
  • «διασπάστηκε το κόμμα» κ.λπ.) 2. «διασπάται η προσοχή» — δεν μπορεί κάποιος να συγκεντρώσει την προσοχή του σε κάτι συγκεκριμένο αρχ. 1. γκρεμίζω ή προκαλώ
    1 KB (95 words) - 07:04, 29 September 2017
  • εὐλαβείας», Στουδ. Θεόδ.) αρχ. 1. διάκριση, προσοχή, πρόβλεψη (α. «ἐσῴζετ' ἂν τὴν εὐλάβειαν» — θα θυμόταν την προσοχή, Σοφ. β. «ἐπ' εὐλαβείᾳ» — χάριν προσοχής
    2 KB (138 words) - 06:34, 29 September 2017
  • προσέχω, προστατεύω κάποιον αρχ.-μσν. 1. παραμονεύω, καιροφυλακτώ 2. βλέπω με προσοχή, παρατηρώ αρχ. 1. επιθεωρώ, εποπτεύω, διοικώ 2. προσπαθώ ν’ ανακαλύψω κάτι
    725 bytes (51 words) - 07:12, 29 September 2017
  • αφαίρεσης 4. μέσ. αφαιρούμαι ελαττώνεται η πνευματική μου συγκέντρωση ή η προσοχή μου σε κάτι 5. (φιλοσ.) (μτχ. παθ. παρακμ.) αφηρημένος, -η, -ο αυτός που
    2 KB (132 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ήλους, με καρφιά, κάρφωμα νεοελλ.-μσν. το να στρέφει κανείς το βλέμμα, την προσοχή, τη σκέψη, τα ενδιαφέροντά του σταθερά σε κάτι, αφοσίωση (α. «προσήλωση
    733 bytes (60 words) - 12:23, 29 September 2017
  • παρατηρεί κανείς με προσοχή, θέα («ξενίζουσαν ἅμα καὶ καταπληκτικὴν συνέβαινε γίγνεσθαι τὴν πρόσοψιν», Πολ.) 4. πιθ. επαγρύπνηση, προσοχή. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (94 words) - 12:23, 29 September 2017
  • εμφανίζομαι ως παρεπόμενο, επακολουθώ 3. μτφ. (για ακροατήριο) ακούω κάτι με προσοχή και το εννοώ, το καταλαβαίνω (α. «μέ παρακολουθείς σε όσα σού λέω;» β. «δεν
    3 KB (216 words) - 12:13, 29 September 2017
  • εκτελεί κάποιος με προσοχή («ἡδονὰς εὐλαβεῑς», Πλούτ.). επίρρ... ευλαβώς (ΑΜ εὐλαβῶς, Μ και εὔλαβα) 1. με σεβασμό, με ευλάβεια 2. με προσοχή, προφυλακτικά
    3 KB (209 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αδιαφορώ 2. παθ. δεν βρίσκω την απαραίτητη φροντίδα, δεν μού δίνεται η δέουσα προσοχή, καταφρονούμαι, παραμελούμαι αρχ. 1. είμαι αμελής, απρόσεκτος, αδιάφορος
    1,011 bytes (60 words) - 06:52, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)