Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πτάρνυμαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο πτάρνῠμαι: φταρνίζομαι (βλ. *πταίρω), σε Ξεν. πτάρνῠμαι: (только praes. и impf.) Xen., Arst. = * πταίρω. πτάρνυμαι, onomat., aor. ἔπτᾰρον;
    6 KB (469 words) - 15:45, 2 October 2019
  • ad. 61 (VI, 333). – Besser attisch soll πτάρνυμαι sein. πταίρω: (ὁ ἐν χρήσει ἐνεστὼς εἶναι τὸ ἀποθ. πτάρνυμαι, Ξεν. Ἀν. 3. 2, 9, Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 13, Ἀριστ
    6 KB (546 words) - 12:25, 9 January 2019
  • εκβάλλω απότομα και με θόρυβο αέρα από το στόμα και τη μύτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. πτάρνυμαι, κατά τα ρ. σε -ίζω, με ανομοιωτική τροπή του κλειστού -π- στο διαρκές
    800 bytes (66 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Α βλ. πτάρνυμαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    61 bytes (12 words) - 12:24, 29 September 2017
  • Α βλ. πτάρνυμαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    61 bytes (12 words) - 12:24, 29 September 2017
  • πταίρω. οῦ (ὁ) : éternuement. Étymologie: πταίρω. ο, ΝΑ, και φταρμός Ν πτάρνυμαι αιφνίδια σπασμωδική κίνηση τών εκπνευστικών μυών, χάρη στην οποία ο αέρας
    3 KB (190 words) - 00:40, 10 January 2019
  • = πταίρω (q.v.), Gloss., v.l. in Hippiatr.38. ΜΑ βλ. πτάρνυμαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    445 bytes (21 words) - 12:24, 29 September 2017
  • παραβληθούν με τ. της οικογένειας του πτύω, το οποίο πιθ. (όπως και το ρ. πτάρνυμαι) άσκησε επίδραση στον σχηματισμό του ρ. χρέμ-πτ-ομαι με το συμφωνικό σύμπλεγμα
    5 KB (363 words) - 19:55, 9 January 2019
  • ἐπιπτάρνυμαι (Α) πτάρνυμαι 1. φταρνίζομαι 2. (κατά τον Ησύχ.) «μετακαλῶ, κατέχω ἐπισχετικὸν γὰρ ὁ πταρμὸς πολλάκις». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    297 bytes (25 words) - 07:12, 29 September 2017
  • Α (αιολ. τ.) πταρμός, φτέρνισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη ρίζα του πτάρνυμαι με διαφορετική αντιπροσώπευση της συνεσταλμένης βαθμίδας]. Αναζήτηση σε:
    688 bytes (38 words) - 12:24, 29 September 2017
  • μελλέπταρμος, -ον (Α) έτοιμος να φταρνιστεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλλω + πταρμός (< πτάρνυμαι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    1 KB (73 words) - 07:48, 31 December 2018
  • éternuant : Catul. 45, 9 ; Prop. 2, 3, 24. sternuo, uī, ere (verwandt mit πτάρνυμαι), I) intr. niesen, a) eig., Colum. u. Plin.: dum tu sternuas, res erit
    1 KB (216 words) - 06:25, 28 February 2019
  • κατέχω, ἐπισχετικὸν γὰρ ὁ πταρμὸς πολλάκις» Ἡσύχ. ἐπιπτάρνυμαι (Α) πτάρνυμαι 1. φταρνίζομαι 2. (κατά τον Ησύχ.) «μετακαλῶ, κατέχω ἐπισχετικὸν γὰρ ὁ
    1 KB (55 words) - 07:12, 29 September 2017
  • [Seite 357] nur praes. u. imperf., Nebenform zum med. von αἴρω; vgl. πταίρω πτάρνυμαι; erringen, davontragen, oder: zu erringen suchen, mit dem erringen beschäftigt
    17 KB (1,560 words) - 14:13, 2 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αντί πτυρτικός «αυτός που τρομάζει εύκολα» με επίδραση του ρ. πτάρνυμαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    553 bytes (45 words) - 12:24, 29 September 2017
  • niezen = πτάρνυμαι Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL
    42 bytes (32 words) - 19:45, 9 January 2019
  • d’ord. au Moy. πτάρνυμαι.
    66 bytes (4 words) - 19:33, 9 August 2017
  • πταρμός, Ἀρκάδ. 68. ὁ, Α ο πταρμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη ρίζα του ρ. πτάρνυμαι με διαφορετική αντιπροσώπευση της συνεσταλμένης βαθμίδας]. Αναζήτηση σε:
    1,011 bytes (63 words) - 12:24, 29 September 2017