Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πυγίδιον" on this wiki. See also the other search results found.

  • πυγή, μικρά οπίσθια, σε Αριστοφ. πυγίδιον -ου, τό [πυγή] bil. πῡγίδιον: (ῐδ) τό Arph. demin. к πυγή. πῡγίδιον, ου, τό, [Dim. of πυγή a thin rump
    1 KB (86 words) - 00:35, 10 January 2019
  • το / πυγίδιον, ΝΑ νεοελλ. ζωολ. α) το τελευταίο τμήμα του σώματος τών δακτυλιοσκωλήκων και τών αρθροπόδων που φέρει την έδρα και στερείται κοιλώματος β)
    1 KB (88 words) - 12:24, 29 September 2017
  • bil = γλουτός, πυγίδιον * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    60 bytes (33 words) - 17:55, 9 January 2019