Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πυλών" on this wiki. See also the other search results found.

  • Acts 12:13. πῠλών: -ῶνος, ὁ (πύλη), εξωτερική πύλη, πύλη με τον πύργο της, σε Πολύβ. κ.λπ. πυλών -ῶνος, ὁ [πύλη] poortgebouw. πῠλών: ῶνος ὁ 1) ворота
    5 KB (482 words) - 17:52, 9 July 2020
  • και πυλεώνας, ο / πυλών και πυλεών, -ῶνος, ΝΜΑ 1. μεγάλη εξωτερική πύλη, κύρια είσοδος μεγάρου, ναού, μονής, οικοδομήματος 2. καθένας από τους δύο πύργους
    1 KB (102 words) - 12:25, 29 September 2017
  •    II belonging to or fitted for the dispatch of public business, χ. σκηνή, πυλών, a tent, hall for holding conferences, giving audience, Plb.5.81.5, 15.31
    8 KB (645 words) - 13:45, 8 July 2020
  • «ηπατογαστρικός σύνδεσμος» — το τμήμα του ελάσσονος επιπλόου που εκτείνεται μεταξύ τών πυλών του ήπατος και του ελάσσονος τόξου του στομάχου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήπαρ, -ατος +
    711 bytes (49 words) - 07:17, 29 September 2017
  • πυλῶν ἔσω λόγχῃ πλατείαν εἰσδρομὴν ποιούμενος = making with the spear a wide breach in the gates ⇢ Look up "πυλῶν ἔσω λόγχῃ πλατείαν εἰσδρομὴν ποιούμενος"
    89 bytes (45 words) - 17:41, 6 July 2020
  • πῶς γὰρ Ἀργείων δόρυ πυλῶν ἀπεστήσασθε = how did you repulse the Argive spear from your gates ⇢ Look up "πῶς γὰρ Ἀργείων δόρυ πυλῶν ἀπεστήσασθε" on Google
    93 bytes (42 words) - 17:50, 6 July 2020
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο πῠλεών: ῶνος ὁ Democr., Anth. = πυλών. πυλεών -ῶνος, ὁ, zie πυλών. -εῶνος Grammatical information: m. Meaning: wreath (Alcm
    5 KB (474 words) - 12:45, 8 July 2020
  • («ὅπως Πρίαμον βασιλῆα νηῶν ἐκπέμψειε») 2. καλώ, προσκαλώ έξω («σ' αὐλείων πυλῶν ἐξέπεμπον») 3. (για πράγματα) στέλνω σε ξένη χώρα («ἐκπέμπεις κειμήλια πολλὰ
    2 KB (118 words) - 07:07, 29 September 2017
  • τὴν ἄνοιξιν τῶν πυλῶν = having secured the opening of the gates long before ⇢ Look up "ἐκ πολλοῦ τεθεραπευκότες τὴν ἄνοιξιν τῶν πυλῶν" on Google (phrase
    92 bytes (46 words) - 17:40, 6 July 2020
  • ὁ κατοικίδιος πυλών, Hsch. μυσίνη (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ κατοικίδιος πυλών». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    439 bytes (21 words) - 11:57, 29 September 2017
  • Σοφ. Ἠλ. 328, Ο. Τ. 1242, Λουκ. π. Μισθ. Συνόντ. 42, Πολυδ. Α΄, 77. Πρβλ. πυλών. ῶνος (ὁ) : vestibule. Étymologie: θύρα. θυρών, -ῶνος, ὁ (Α) θύρα το
    2 KB (174 words) - 20:25, 7 July 2020
  • χώρης») 2. άνοιγμα, πέρασμα απ' όπου βγαίνει κανείς («έξοδος κινδύνου», «πυλῶν ἐπ' ἐξόδοις») 3. εξόρμηση πολιορκουμένων για να διασπάσουν τον πολιορκητικό
    3 KB (213 words) - 12:35, 15 February 2019
  • a Trojan, slain by Polypoetes, Il. 12.187†.
    76 bytes (8 words) - 15:33, 15 August 2017
  • πυροβόλο που χρησιμοποιούσαν προς τα τέλη του μεσαίωνα για την ανατίναξη πυλών και τειχών νεοελλ. στρ. είδος κροτίδας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥηξι- (βλ. λ. ρήγνυμι)
    532 bytes (37 words) - 12:26, 29 September 2017
  • σύνδεσμος» — το τμήμα του ελάσσονος επιπλόου που εκτείνεται μεταξύ τών ηπατικών πυλών και του άνω τμήματος του δωδεκαδακτύλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήπαρ, -ατος + δωδεκαδακτυλικός]
    541 bytes (35 words) - 06:35, 29 September 2017
  • θυρωρός, ὁ or ἡ (Plato), φύλαξ, ὁ or ἡ, P. πυλωρός, ὁ or ἡ, παραστάτης πυλῶν, ὁ (Eur., Rhesus). carrier: Ar. and P. σκευοφόρος, ὁ. ⇢ Look up "porter"
    419 bytes (45 words) - 08:57, 20 May 2020
  • διαφορά, ἡ; see quarrel. making with the spear a wide breach in the gates: V. πυλῶν ἔσω λόγχῃ πλατείαν εἰσδρομὴν ποιούμενος (Eur., Rhesus 603). ⇢ Look up
    953 bytes (100 words) - 08:51, 20 May 2020
  • преграждение: ἡ ἀ. τινός τῶν πυλῶν Thuc. запирание ворот перед кем-л. или от кого-л. ἀποκλείω I. a shutting up, ἀπόκλ. μου τῶν πυλῶν a shutting the gates against
    4 KB (317 words) - 14:50, 8 July 2020
  • Sal.1, Str.15.3.8, SEG 6.672.4 (Panfilia I d.C.), POxy.243.15 (I d.C.), πυλών BGU 1222.23 (II a.C.), ἐξέδρα PSI 911.2 (I d.C.), οἰκία CPR 15.1.4 (I a.C
    3 KB (269 words) - 17:34, 30 June 2020
  • gate-keeper, BGU14v2 (iii A.D.). -ακος, ὁ, Α ο φύλακας πυλώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυλών, -ῶνος + φύλαξ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    778 bytes (30 words) - 13:22, 3 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)