Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πωγωνίας" on this wiki. See also the other search results found.

  • δὲ καὶ πωγωνίας... πυρὰ εἶναι ὑφεστῶτα Διογ. Λ. 7. 152, Πλίν. 2. 22, κτλ. - Κατὰ Σουΐδ.: «πωγωνίας, ὁ μέγας πώγων». ου; adj. m. barbu : πωγωνίας ἀστήρ
    3 KB (243 words) - 22:55, 30 December 2020
  • Étymologie: πώγων, φέρω. -α, -ο / πωγωνοφόρος, -ον, ΝΜΑ αυτός που έχει γένεια, πωγωνίας, γενειοφόρος νεοελλ. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα πωγωνοφόρα ζωολ. μικρό
    3 KB (249 words) - 22:49, 30 December 2020
  • Translator | LSJ pōgōnĭās, æ, m. (πωγωνίας), comète chevelue : Sen. Nat. 1, 15, 4 ; Plin. 2, 89. pōgōniās, ae, m. (πωγωνίας, bärtig), der Bartstern, Sen.
    416 bytes (90 words) - 09:32, 15 August 2017
  • бородатый = γενειήτης, γενειήτας, πωγωνίας, ὑπηνήτης, πωγωνοφόρος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    139 bytes (41 words) - 07:45, 14 October 2019