Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σέλινον" on this wiki. See also the other search results found.

  • weibliche Schaam. – [Ep. ad. 643 (VII, 621) ist ι kurz gebraucht.] σέλῑνον: τό, Αἰολ. σέλινον Ἀνέκδ. Ὀξων. 2. 258· - εἶδος σελίνου, Λατ. apium, Ἰλ. Β. 776,
    13 KB (1,309 words) - 15:47, 2 October 2019
  • το / σέλινον, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σέλιννον Α κοινή, σήμερα, ονομασία δύο ποικιλιών του φυτού Αpium graveolens του γένους Άπιο της οικογένειας απιίδες ή σκιαδοφόρα
    1 KB (120 words) - 12:28, 29 September 2017
  • subs. Ar. σέλινον, πετροσέλινον, τό. Look up parsley on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    161 bytes (22 words) - 12:47, 12 January 2019
  • ἱπποσέλινον, τὸ (Α) είδος αγριοσέλινου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + σέλινον. Το α' συνθετικό ἱππο- εδώ με επιτατική λειτουργία («υπερβολικά μεγάλο»), πρβλ. ιππό-κρημνος
    520 bytes (33 words) - 07:19, 29 September 2017
  • σγουρός, κατσαρός, σέλινον, σε Θεόκρ. πολύγναμπτος: 1) весьма извилистый (μυχοί Pind.; λαβύρινθος Anth.); 2) вьющийся, кудрявый (σέλινον Theocr.). πολύγναμπτος
    3 KB (223 words) - 10:50, 10 January 2019
  • τοῖς τριχώμασιν οὖλοι D.S.3.8; of sheep, αἱ οὖλαι Arist.HA596b6; ὥσπερ σέλινον οὖλα τὰ σκέλη φορεῖν Com.Adesp. 208.    2 of plants, twisted, twined, curly
    31 KB (2,957 words) - 15:35, 2 October 2019
  • με επιτατική λειτουργία («υπερβολικά μεγάλος»), πρβλ. ιππό-κρημνος, ιππο-σέλινον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    562 bytes (37 words) - 07:19, 29 September 2017
  • parsley, Il. 2.776 and Od. 5.72.
    59 bytes (8 words) - 15:27, 15 August 2017
  • ενός σιδερένιου κυλίνδρου που περιστρέφεται, ισοπεδώνω με κύλινδρο («τὸ σέλινον, ἐὰν σπαρὲν καταπατηθῇ καὶ κυλινδρωθῇ, ἀναφύεσθαί φησιν οὖλον», Θεόφρ.)
    1 KB (78 words) - 07:26, 29 September 2017
  • πεντέφυλλον, Dsc.4.42. [Seite 1395] τό, falsches, unächtes σέλινον, Gloss. ψευδοσέλῑνον: τό, ψευδὲς σέλινον, Λατ. apiastrum, ἕτερον ὄνομα τοῦ πενταφύλλου, Διοσκ
    786 bytes (29 words) - 11:01, 5 August 2017
  • thematically lengthened in ἐλεό-θρεπτος grown on marshy meadows (Β 776), ἑλεο-σέλινον celery from ... (Thphr., Dsc.), also ἑλειο- through contraction from ἕλειον
    9 KB (948 words) - 14:35, 2 October 2019
  • marsh-bred, σέλινον Il.2.776, Nic.Th.597. ἑλεόθρεπτος: -ον, (ἕλος) ὁ ἐν τοῖς ἕλεσι τρεφόμενος, λωτὸν ἐρεπτόμενοι ἑλεόθρεπτόν τε σέλινον Ἰλ. Β. 776.
    1 KB (69 words) - 13:30, 9 January 2019
  • ελιάς (κότινος) στους Ολυμπιακούς αγώνες, δάφνης (δάφνη) στα Πύθια, σέλινον (σέλινον) στα Νέμεα, κισσού ή πεύκου (κισσός ή πίτυς) στα Ίσθμια. 2. γενικά
    40 KB (3,747 words) - 14:25, 3 October 2019
  • Petergrün, Silk; davon unser »Petersilie«; Diosc. πετροσέλῑνον: τό, σέλινον τῶν βράχων, ὡς καὶ νῦν, Διοσκ. 3. 77, Γαλην.
    1 KB (54 words) - 12:47, 12 January 2019
  • apio ἀ. ὅ ἐστι σέλινον Hippiatr.Paris.63 (compuesto de ἀπίου y lat. semen). Source: ἀπιουσῆμεν
    131 bytes (16 words) - 12:15, 21 August 2017
  • ὀρεινὸν σέλινον, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 7. 6, 3, Διοσκ. 3. 76. ὀρεοσέλινον, τὸ (Α) ορεινό σέλινο. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ὀρεο- (βλ. λ. όρος [II]) + σέλινον. Αναζήτηση
    1 KB (60 words) - 12:10, 29 September 2017
  • τό,    A = ἀγρίολον, Dsc.3.67. ἀγριοσέλινον: τό, ἄγριον σέλινον, Διοσκορ. 3. 78. -ου, τό bot. esmirnio, apio caballar, apio macedónico, Smyrnium olusatrum
    690 bytes (34 words) - 11:45, 21 August 2017
  • σελῑνοειδής: -ές, ὅμοιος πρὸς σέλινον, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 12, 5. -ές, Α όμοιος με σέλινο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σέλινον + -ειδής]. Αναζήτηση σε: Google
    985 bytes (43 words) - 12:28, 29 September 2017
  • [Seite 795] (eigtl. ἑλ.), sumpfgenährt, in Sümpfen wachsend; σέλινον Il. 2, 776; Nic. Th. 597. growing in marshes, Il. 2.776†. -ον • Alolema(s): pero
    699 bytes (75 words) - 06:29, 29 September 2017
  • horse-chestnut, horse-laugh, v. ἱππό-κρημνος, -λάπαθον, -μάραθον, -πορνος, -σέλινον, -τυφία, and cf. βου-. (From ἴκϝος, v. ἴκκος; cf. Skt. aśvas, Lat. equus:
    49 KB (4,478 words) - 13:45, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)