Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σείω" on this wiki. See also the other search results found.

  • ταλαντεύομαι από μόνος μου 5. φρ. «κάρα σείω» — κουνώ το κεφάλι μου ως ένδειξη δυσαρέσκειας. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. σείω ανάγεται στην ΙΕ ρίζα tweis- «ταράζω, διεγείρω
    32 KB (2,901 words) - 14:21, 3 October 2019
  • + κλονίζω «σείω, τραντάζω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ΝΑ κλονίζω συθέμελα, σείω, συνταράσσω
    1 KB (70 words) - 12:35, 29 September 2017
  • Étymologie: σείω. from σείω; a commotion, i.e. (of the air) a gale, (of the ground) an earthquake: earthquake, tempest. σεισμοῦ, ὁ (σείω), a shaking
    8 KB (668 words) - 14:25, 3 October 2019
  • (AM ἐπισείω) σείω σείω, κουνώ κάτι εναντίον κάποιου, κυρίως για εκφοβισμό («Ζεύς... ἐπισσείῃσιν ἐρεμνήν αἰγίδα πᾱσιν», Ομ. Ιλ.) μσν. μέσ. ἐπισείομαι 1
    1 KB (94 words) - 07:12, 29 September 2017
  • Ν 1. σείω, κουνώ, τινάζω δυνατά («σ' όλη τη διαδρομή μάς τράνταζε το αυτοκίνητο, γιατί έχει σκληρή ανάρτηση») 2. καταρρίπτω με βίαιο τρόπο, γκρεμίζω («τράνταξε
    1 KB (116 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ὑποσείω ΝΑ, και επικ. τ. ὑποσσείω Α σείω 1. σείω από κάτω 2. σείω, κουνώ κάτι ελαφρά αρχ. 1. κοσκινίζω («ὑποσείσας τὸ λεπτότατον ἄλευρον», Γαλ.) 2. προτείνω
    454 bytes (41 words) - 12:59, 29 September 2017
  • μσν. 1. αντικρούω 2. εξαλείφω 3. τρέμω αρχ.-μσν. απομακρύνω, απωθώ αρχ. 1. σείω δυνατά για να καθαρίσω, τινάζω 2. αναγκάζω να βγει 3. αναζητώ επίμονα 4.
    714 bytes (55 words) - 07:07, 29 September 2017
  • -άω (Μ κουνῶ, -άω) κινώ, σείω, ταλαντεύω κάτι («κουνώ το δέντρο») νεοελλ. 1. μετατοπίζομαι («δεν το κουνάω από δω») 2. κλυδωνίζομαι («το πλοίο κουνάει»)
    2 KB (132 words) - 06:41, 29 September 2017
  • Ν βλ. σείω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    51 bytes (12 words) - 12:28, 29 September 2017
  • (για πουλιά) πετώ κουνώντας αργά και ρυθμικά τα φτερά μσν. 1. (για σεισμό) σείω, κουνώ 2. ωθώ, σπρώχνω 3. καταδιώκω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐλαύνω με σίγηση του αρκτικού
    756 bytes (53 words) - 06:41, 29 September 2017
  • ποιητ. ἀνασσείω: Ἰων. παρατ. ἀνασσείασκε Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 403: (ἴδε σείω). Σείω πρὸς τὰ ὀπίσω, ἀνασείοντά τε κόμας Εὐρ. Βάκχ. 240: - ἀνασείω τῇδε κἀκεῖσε
    10 KB (946 words) - 13:05, 3 October 2019
  • του τ. στην οικογένεια του ρ. σείω και η σύνδεσή του με το αρχ. ινδ. tvis- «λάμπω, σπινθηροβολώ, ακτινοβολώ» (βλ. λ. σείω). Το ίδιο επίθημα με το ελλ. Σείριος
    6 KB (595 words) - 15:48, 2 October 2019
  • Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σεισ- του σείω (πρβλ. μέλλ. σείσω, παρακμ. σέσεισμαι) + -άχθεια, πιθ. μέσω αμάρτυρου σεισ-αχθής (< σείω + ἄχθος «βάρος»)]. Αναζήτηση
    5 KB (375 words) - 01:05, 10 January 2019
  • τ. που παραδίδει ο Ησύχ. ὀχῶμαι «πηδώ» και ανάγεται σε ρίζα wegh- «κινώ, σείω» (πρβλ. γαιήοχος, οχλεύς, όχλος). Τέλος, έχει προταθεί η παραγωγή του ρ.
    2 KB (174 words) - 12:12, 29 September 2017
  • η / σείσις, -εως, ΝΑ σείω 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σείω 2. φρ. «ιπποκρατική σείση» ιατρ. μέθοδος εξέτασης του θώρακα που εφαρμόστηκε για πρώτη
    817 bytes (71 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ελαφρόμυαλη, κουτσομπόλα γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο τ. σεισουράδα < σεισούρα (< σείω + ουρά) + κατάλ. -άδα με προληπτική αφομοίωση του /i/ (-ει-) σε -ου- (πρβλ
    1 KB (76 words) - 12:30, 29 September 2017
  • στην Ελληνική τ. σαΰς (με συριστικοποίηση του συμπλέγματος tw-, πρβλ. σάρξ, σείω), που, σύμφωνα με την άποψη αυτή, αντικαταστάθηκε από τ. σά(F)ος, ο οποίος
    3 KB (295 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Ελληνική το συμφωνικό σύμπλεγμα tw- συριστικοποιήθηκε: tw > ss- > s-, πρβλ. σείω) και έχει συνδεθεί με το αβεστ. θw∂r∂saiti «κόβω» (πρβλ. το λατ. caro «κρέας»
    8 KB (561 words) - 13:05, 15 February 2019
  • κλονίζω: κλονέω, ἡ γῆ πᾶσα κλονίζεται Ψευδο-Χρυσ. τ. 9, σ. 902C. (AM κλονίζω) σείω, τραντάζω, προκαλώ, απώλεια σταθερότητας («ολόκληρο το σπίτι κλονίστηκε από
    2 KB (118 words) - 07:24, 29 September 2017
  • 4. κατασείω: μέλλ. -σείσω: πρκμ. -σέσεικα, Φιλήμ. ἐν «Φάσμ.» 1. Σείω δυνατά, σείω πολὺ ἢ τινάσσω τὰ δένδρα διὰ νὰ πέσωσιν οἱ ὡριμάσαντες καρποί· καὶ
    12 KB (1,190 words) - 13:55, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)