Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σειρά" on this wiki. See also the other search results found.

  • (α. «σειρά αριθμών» β. «σειρά κατευθυνόμενων ενεργειών» γ. «αλφαβητική σειρά») 2. συνεχής παράταξη ομοειδών πραγμάτων, στοίχος, γραμμή (α. «σειρά καθισμάτων»
    23 KB (1,931 words) - 14:30, 3 October 2019
  • ανιούσα ή και αντίθετα κατά κατιούσα σειρά («ο συντελεστής της φορολογικής κλίμακας είναι πολύ υψηλός») 2. φυσ. σειρά υποδιαιρέσεων σε ένα όργανο μέτρησης
    3 KB (235 words) - 07:24, 29 September 2017
  • αεροπλάνου» β. «η ουρά του νυφικού») 2. το τελευταίο πρόσωπο ή πράγμα σε μία σειρά («ουρά της φάλαγγας») 3. χημ. τα υγρά υπολείμματα που προκύπτουν κατά την
    4 KB (360 words) - 12:11, 29 September 2017
  • [Seite 868] άδος, ἡ, dim. von σειρά, kleines Seil, Band, Sp.
    149 bytes (11 words) - 19:39, 2 August 2017
  • στοιχείων») 6. βιολ. ταξινομική υποδιαίρεση της τάξης ή της υπόταξης η οποία με τη σειρά της υποδιαιρείται σε γένη («η οικογένεια φυτών οναγρίδες ανήκει στην τάξη
    3 KB (216 words) - 12:07, 29 September 2017
  • οστών για σχηματισμό του σκελετού, κλείδωση 2. συνένωση φθόγγων με ορισμένη σειρά για δημιουργία έναρθρου λόγου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    468 bytes (39 words) - 06:58, 29 September 2017
  • η σειρά συνεχόμενων ορέων, μεγάλη σύνθετη ράχη ή αλληλουχία ράχεων του γήινου φλοιού που έχουν σαφή σχέση και αποτελούν μια αρκετά συνεχή και συμπαγή ενότητα
    582 bytes (48 words) - 12:11, 29 September 2017
  • κάποιον 2. ίσος, όμοιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι - + -στοιχος < στοίχος «γραμμή, σειρά, ευθύγραμμη διάταξη» (πρβλ. περίστοιχος, σύστοιχος κ.ά.)]. Αναζήτηση σε:
    826 bytes (52 words) - 10:40, 23 December 2018
  • αντικειμένου, το νούμερο 4. φρ. «αὔξων ἀριθμός» — το νούμερο που δηλώνει τη σειρά αρίθμησης ομοειδών μονάδων αρχ. 1. (για τόπο ή χρόνο) διάστημα, έκταση, ποσό
    6 KB (448 words) - 12:20, 15 February 2019
  • η (Α ἀκολουθία) ἀκόλουθος 1. η λογική σειρά, η συνεχής διαδοχή «η ακολουθία τών σκέψεων» «τάξις καὶ ἀκολουθία» (Χρύσιππος) «κατ’ ακολουθίαν» — επομένως
    1 KB (123 words) - 15:25, 15 January 2019
  • η (Α αἰτιατική) μία από τις πλάγιες πτώσεις, η τέταρτη κατά σειρά της αρχαίας και η τρίτη της νέας ελληνικής γλώσσας. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. αἰτιατός. ΣΥΝΘ. νεοελλ
    498 bytes (37 words) - 06:34, 29 September 2017
  • κιονοστοιχία 2. σειρά πασσάλων με βρόχους για τη σύλληψη θηράματος 3. ποιητικός στίχος («ἔπη ἀλλότρια τοῡ στοίχου τῆς ποιήσεως», Αφρικαν.) 4. αριθμητική σειρά 5. χρονολογική
    2 KB (149 words) - 12:32, 29 September 2017
  • το / χρονικόν, ΝΜΑ αφήγηση, απλώς, ιστορικών γεγονότων με χρονολογική σειρά νεοελλ. 1. (στη δημοσιογρ.) σύντομο σχολιασμένο ρεπορτάζ για γεγονότα της επικαιρότητας
    2 KB (137 words) - 06:10, 29 September 2017
  • (στρωμάτων) γεωλ. μία από τις πέντε σειρές στρωμάτων στις οποίες υποδιαιρείται η ανώτερη κρητιδική ή νεοκρητιδική υποδιάπλαση. Αναζήτηση σε: Google |
    269 bytes (26 words) - 06:28, 29 September 2017
  • αξία του («τοὺς χρησίμους τῷ δήμῳ ἐξετάζετε», Δημοσθ.) 2. αναφέρω με τη σειρά, απαριθμώ («ἁμαρτήματα ἀκριβῶς ἐξετάζειν», Ισοκρ.) 3. παθ. συγκαταλέγομαι
    2 KB (166 words) - 07:10, 29 September 2017
  • η (Μ ἀράδα) 1. σειρά, γραμμή 2. σειρά λέξεων, στίχος γραπτού κειμένου νεοελλ. φρ. 1. «της αράδας» — μέτριας αξίας, κοινός 2. «πάει με ανθρώπους της αράδας
    863 bytes (54 words) - 06:22, 29 September 2017
  • («ταξινόμηση τών αρχείων») 2. η κατάταξη πραγμάτων ή εννοιών με ορισμένη σειρά («αλφαβητική ταξινόμηση») 3. βιολ. η καθιέρωση ενός ιεραρχικού συστήματος
    5 KB (351 words) - 12:53, 29 September 2017
  • μοίρασμα) μοιράζω χωρισμός σε μερίδα και διανομή, μοιρασιά μσν. διάταξη, σειρά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    223 bytes (22 words) - 07:40, 29 September 2017
  • (στείχω), I. σειρά, αράδα· στοῖχοι τῶν ἀναβαθμῶν, λέγεται για τη σειρά βαθμίδων, για την κλίμακα, σε Ηρόδ.· κατὰ στοῖχον, σε σειρά, κατά σειρά, σε Θουκ.·
    9 KB (719 words) - 01:20, 10 January 2019
  • -η, -ο (AM ἕκτος, -η, -ον) (τακτ. αριθμ.) αυτός που στην αριθμητική σειρά έχει τον αριθμό έξι νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το έκτο ένα από τα έξι ίσα μέρη
    802 bytes (82 words) - 14:15, 14 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)