Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σκηνή" on this wiki. See also the other search results found.

  • the end), σκηνή in σκηνή πρώτη, the front part of the tabernacle (and afterward of the temple), the Holy place, ἡ σκηνή ἡ ἀληθινή, heaven, ἡ σκηνή τοῦ Θεοῦ
    32 KB (3,163 words) - 13:05, 3 October 2019
  • (AM κατασκηνῶ, -όω και, -άω, Μ και κατασκηνέω) 1. στήνω τη σκηνή μου κάπου, μένω στη σκηνή για ορισμένο χρόνο 2. εγκαθίσταμαι κάπου προσωρινά, σταθμεύω
    654 bytes (43 words) - 07:22, 29 September 2017
  • (I) η, Ν η σκηνή («και τρέχοντας σε μια μεριά κι εις άλλη τσι σένας στρεπιτάρουσι», Ερωφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scana < λατ. scaena < σκηνή]. (II) η, Ν βλ
    496 bytes (37 words) - 11:55, 9 January 2019
  • V. στέγη, ἡ, or pl., στέγος, τό, or pl., οἰκητήριον, τό, εἰσοίκησις, ἡ, σκηνή, ἡ, ἀναστροφή, ἡ, ἑδώλια, τά, ἤθη, τά. αὐλή, ἡ. Sojourn: P. οἴκησις. ἡ, ἐνοίκησις
    703 bytes (77 words) - 09:37, 21 July 2017
  • θεατρ. χώρος θεατών μπροστά από τη σκηνή θεάτρου ή την οθόνη κινηματογράφου με δάπεδο που έχει κλίση προς τη σκηνή ώστε η τελευταία να είναι ορατή από
    1 KB (87 words) - 12:18, 29 September 2017
  • subs. P. and V. σκηνή, ἡ, σκηνώματα, τά (Xen.). Small tent: P. σκηνίδιον, τό. Now to your tents: V. νῦν μὲν καταυλίσθητε (Eur., Rhes. 518). Pitch one's
    554 bytes (84 words) - 12:15, 10 January 2019
  • ἄδυτον, τό, Ar. and V. ναός, ὁ, V. ἵδρυμα, τό (also Plat. but rare P.), σκηνή, ἡ, σηκός, ὁ, ἀνάκτορον, τό, ἱρόν, τό. Seat of worship: V. ἕδη, τά (also
    722 bytes (82 words) - 07:22, 22 August 2017
  • pl. de σκῆνος.
    51 bytes (3 words) - 19:37, 9 August 2017
  • παντοδαπὰ πολλὰ καταδαπανηθείσας») 4. (για χορό ή υποκριτές) εμφανίζομαι στη σκηνή 5. (για αθλητές) εμφανίζομαι στον στίβο 6. (ως δικανικός όρος) α) (για κατήγορο)
    3 KB (179 words) - 07:06, 29 September 2017
  • θεάτρῷ ἐγίγνετο», Λυσ.) 2. φρ. «εἰσφέρω εἰς το θέατρον» — ανεβάζω έργο στη σκηνή του θεάτρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεώμαι + επίθημα -τρον (πρβλ. θέρε-τρον)]. ΠΑΡ θεατρίζω
    3 KB (201 words) - 07:17, 29 September 2017
  • υψώνομαι 3. φρ. «μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι» οργίστηκα «ανεβαίνει στη σκηνή» γίνεται ηθοποιός «το έργο ανεβαίνει απόψε» παρουσιάζεται για πρώτη φορά
    3 KB (177 words) - 06:20, 29 September 2017
  • κεντρικής Σαχάρας. (II) η, ΝΜ, και τένδα Μ 1. σκηνή για προσωρινή διαμονή στο ύπαιθρο 2. (ειδικά) η στρατιωτική σκηνή, αντίσκηνο νεοελλ. 1. προπέτασμα από χοντρό
    1 KB (79 words) - 12:10, 10 January 2019
  • ιδρύματος, που έχει εδώλια κλιμακωτά σε σχήμα ημικυκλίου, κυρίως απέναντι από τη σκηνή ή την έδρα και εν μέρει μόνο στα πλάγια 2. το μέρος του θεάτρου που βρίσκεται
    1 KB (95 words) - 06:19, 29 September 2017
  • -όω, ΝΑ σκηνή στήνω σκηνή, κατασκηνώνω («παρ' αὐτὴν ἐσκήνωσαν ἐγγὺς παραδείσου μεγάλου», Ξεν.) αρχ. 1. μτφ. φτειάχνω σκηνή, χρησιμοποιώ σκηνή («σκηνὰς
    2 KB (143 words) - 13:05, 15 February 2019
  • ) αυτός που ζει στην ίδια σκηνή με κάποιον άλλο αρχ. 1. σύνοικος, συγκάτοικος 2. σύντροφος, φίλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + σκηνή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    509 bytes (39 words) - 12:09, 29 September 2017
  • (Xen.). Theatre: Ar. and P. θέατρον, τό. Stage in a theatre: Ar. and P. σκηνή, ἡ. On the stage: P. ἐπὶ τῆς σκηνῆς. Met., the next stage: P. τὸ ἑξῆς, τὸ
    1 KB (112 words) - 10:03, 21 July 2017
  • αρχές» γ. «εἰσάγουσι τελετὰς πονηράς») 5. οδηγώ, παρουσιάζω κάποιον στη σκηνή, σε ανώτερο αξιωματούχο κ.λπ. («τον εισήγαγε στον πατριάρχη», «εἴσαγ', ὦ
    3 KB (240 words) - 06:27, 29 September 2017
  • η (AM αὐλαία) 1. παραπέτασμα, κουρτίνα 2. το παραπέτασμα που κλείνει τη σκηνή του θεάτρου 3. φρ. «ανοίγει...» ή «υψώνεται η αυλαία» — αρχίζει η παράσταση
    696 bytes (59 words) - 06:59, 29 September 2017
  • Antiphil. 29 (IX, 404). σκῆνος: Δωρικ. σκᾶνος, εως, τό, ὡς τὸ σκηνή, καλύβη, σκηνή, κτλ., Συλλ. Ἐπιγρ. 3071. ΙΙ. τὸ σῶμα (ὡς κατοικητήριον τῆς ψυχῆς)
    6 KB (586 words) - 14:30, 3 October 2019
  • μεταφέρω τη σκηνή ή την κατοικία μου σε άλλο τόπο ή μεταβαίνω σε άλλη σκηνή ή κατοικία, μετοικώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + σκηνῶ «κατασκηνώνω» (< σκηνή)]. Αναζήτηση
    529 bytes (36 words) - 07:38, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)