Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σπέρμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • (above, and) καταβολή, 2) ἀνισταναι and ἐξανισταναι σπέρμα τίνι, ἔχειν σπέρμα, ἀφιέναι σπέρμα τίνι, τό σπέρμα τίνος, παῖς ἐκ βαιλικων σπερμάτων, of royal descent
    26 KB (2,553 words) - 14:30, 3 October 2019
  • subs. P. and V. σπέρμα, τό. Met., offspring: V. σπέρμα, τό, σπορά, ἡ; see offspring. Generative seed: P. and V. σπέρμα, τό (Plat.), V. σπορά, ἡ. Origin:
    636 bytes (73 words) - 10:01, 21 July 2017
  • P. and V. ὄχλος, ὁ, γένος, τό, V. σπέρμα, τό (Eur., Hec. 254). The whole tribe of prophets: V. τὸ μαντικὸν πᾶν σπέρμα (Eur., I. A. 520). Look up tribe
    624 bytes (73 words) - 11:51, 7 August 2017
  • κόρος, ὁ (rare P.), τέκνον, τό (rare P.), τέκος, τό, γόνος, ὁ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό, σπορά, ἡ, τόκος, ὁ; see child. Look up son on Perseus Dictionaries
    444 bytes (53 words) - 07:22, 22 August 2017
  • ῥίζα, ἡ. beginning: P. and V. ἀρχή, ἡ. family: P. and V. γένος, τό, V. σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see family. root of a number: P. πυθμήν, ὁ (Plat
    1 KB (133 words) - 17:15, 31 October 2019
  • subs. P. and V. σῖτος, ὁ; see corn. Seed: P. and V. σπέρμα, τό. Pip in fruit: P. πυρήν, ὁ (Hdt.). Clod: Ar. and V. βῶλος, ἡ (also Xen.). Grain (of salt):
    520 bytes (63 words) - 09:42, 21 July 2017
  • subs. P. and V. ἔκγονος, ὁ or ἡ, P. ἀπόγονος, ὁ or ἡ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό (rare P.), σπορά, ἡ; see child. Descendants, posterity: P. and V. οἱ ἔπειτα
    495 bytes (60 words) - 09:27, 21 July 2017
  • καρπός του παραπάνω φυτού 3. φρ. α) «μαλακό σιτάρι» — σιτάρι του οποίου το σπέρμα έχει εγκάρσια τομή με αλευρώδη όψη β) «σκληρό σιτάρι» — σιτάρι του οποίου
    2 KB (119 words) - 12:29, 29 September 2017
  • και κουκκούτσι, το (Μ κουκούτσι[ν]) 1. το σπέρμα τών πυρηνόκαρπων δέντρων και τών σταφυλιών 2. ο σκληρός πυρήνας, ο σπόρος οποιουδήποτε καρπού 3. ελάχιστη
    772 bytes (53 words) - 07:25, 29 September 2017
  • («ἐπιπεσὼν ἀπαρασκεύοις τοῑς ἐναντίοις», Ξεν.) αρχ. 1. πέφτω πάνω («εἰ ἐπιπέσοι σπέρμα», Θεόφρ.) 2. πέφτω («ἐπέπεσε μοῑρα», Πίνδ.) 3. (για χρέος) προσαυξάνω 4
    908 bytes (64 words) - 06:31, 29 September 2017
  • V. γέννα, ἡ, γενέα, ἡ (Eur., Frag.; also Plat. but rare P.), V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό. ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό, σπορά, ἡ. Tribe: P. and V. ἔθνος, τό, φῦλον, τό
    2 KB (168 words) - 11:00, 7 August 2017
  • subs. race: P. and V. γένος, τό, Ar. and V. γέννα, ἡ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see stock. household: P. and V. οἶκος, ὁ, P. οἰκία,
    875 bytes (113 words) - 09:07, 23 September 2019
  • ενέργεια του φυτρώνω, η ανάπτυξη του φυτικού εμβρύου που βρίσκεται μέσα στο σπέρμα σε τέλειο φυτό. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    256 bytes (29 words) - 12:48, 29 September 2017
  • ο 1. το σπέρμα του φυτού καφέα («καφές Βραζιλίας») 2. το ρόφημα που παρασκευάζεται με βρασμό τών καβουρδισμένων και αλεσμένων σπερμάτων του καφεόδεντρου
    1,014 bytes (72 words) - 07:23, 29 September 2017
  • τό (rare P.), τέκος, τό, γόνος, ὁ, V. γονή, ἡ, γέννημα, τό, γένεθλον, τό, σπέρμα, τό (rare P.), σπορά, ἡ; see son, daughter. off-spring: P. and V. ἔκγονος
    2 KB (208 words) - 09:08, 23 September 2019
  • (Xen.). Contemptuously, crew, rabble: P. and V. ὄχλος, ὁ, γένος, τό, V. σπέρμα, τό. v. trans. Put together for transport: P. συσκευάζειν (or mid.). Fill:
    764 bytes (79 words) - 09:48, 21 July 2017
  • αγγεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < angiospermae, νεολατιν. επιστημονικός όρος < ελλ. αγγείο + σπέρμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    478 bytes (30 words) - 06:30, 29 September 2017
  • (AM ἐκσπερματίζω) εκβάλλω σπέρμα, χύνω, αποσπερματίζω νεοελλ. (μέσ., -ομαι) παθαίνω στον ύπνο εκσπερμάτιση αρχ. (για γυναίκα) συλλαμβάνω. Αναζήτηση σε:
    335 bytes (26 words) - 06:28, 29 September 2017
  • γένος, τό, γενεά, ἡ (Eur. Frag., Plat., and Ar.), V. γένεθλον, τό, σπορά, ἡ, σπέρμα, τό. Look up descent on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    912 bytes (98 words) - 11:01, 7 August 2017
  • βλαστήσει, το σπέρμα οποιουδήποτε καρπού (α. «οι σπόροι του καρπουζιού» β. «ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῡ σπεῑραι τὸν σπόρον αὐτοῡ», ΚΔ) 3. το σπέρμα, το γονιμοποιό
    9 KB (775 words) - 14:30, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)