Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σπέρμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • (above, and) καταβολή, 2) ἀνισταναι and ἐξανισταναι σπέρμα τίνι, ἔχειν σπέρμα, ἀφιέναι σπέρμα τίνι, τό σπέρμα τίνος, παῖς ἐκ βαιλικων σπερμάτων, of royal descent
    26 KB (2,591 words) - 19:20, 7 July 2020
  • P. and V. σπέρμα, τό. Met., offspring: V. σπέρμα, τό, σπορά, ἡ; see offspring. generative seed: P. and V. σπέρμα, τό (Plato), V. σπορά, ἡ. origin: P. and
    688 bytes (72 words) - 08:53, 20 May 2020
  • and V. ὄχλος, ὁ, γένος, τό, V. σπέρμα, τό (Eur., Hecuba 254). the whole tribe of prophets: V. τὸ μαντικὸν πᾶν σπέρμα (Eur., Iphigenia in Aulis 520).
    723 bytes (73 words) - 08:52, 20 May 2020
  • κόρος, ὁ (rare P.), τέκνον, τό (rare P.), τέκος, τό, γόνος, ὁ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό, σπορά, ἡ, τόκος, ὁ; see child. ⇢ Look up "son" on Perseus Dictionaries
    528 bytes (52 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ῥίζα, ἡ. beginning: P. and V. ἀρχή, ἡ. family: P. and V. γένος, τό, V. σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see family. root of a number: P. πυθμήν, ὁ (Plato)
    1 KB (132 words) - 09:15, 20 May 2020
  • τὸ μαντικὸν πᾶν σπέρμα = the whole tribe of prophets ⇢ Look up "τὸ μαντικὸν πᾶν σπέρμα" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    69 bytes (33 words) - 22:05, 3 July 2020
  • P. and V. σῖτος, ὁ; see corn. seed: P. and V. σπέρμα, τό. pip in fruit: P. πυρήν, ὁ (Herodotus). clod: Ar. and V. βῶλος, ἡ (also Xen.). grain (of salt):
    589 bytes (62 words) - 08:54, 20 May 2020
  • P. and V. ἔκγονος, ὁ or ἡ, P. ἀπόγονος, ὁ or ἡ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό (rare P.), σπορά, ἡ; see child. descendants, posterity: P. and V. οἱ ἔπειτα, P.
    602 bytes (59 words) - 08:55, 20 May 2020
  • καρπός του παραπάνω φυτού 3. φρ. α) «μαλακό σιτάρι» — σιτάρι του οποίου το σπέρμα έχει εγκάρσια τομή με αλευρώδη όψη β) «σκληρό σιτάρι» — σιτάρι του οποίου
    2 KB (119 words) - 12:29, 29 September 2017
  • και κουκκούτσι, το (Μ κουκούτσι[ν]) 1. το σπέρμα τών πυρηνόκαρπων δέντρων και τών σταφυλιών 2. ο σκληρός πυρήνας, ο σπόρος οποιουδήποτε καρπού 3. ελάχιστη
    772 bytes (53 words) - 07:25, 29 September 2017
  • ὁ τὸ σπέρμα παρασχὼν οὗτος τῶν φύντων αἴτιος = he who provides the seed is responsible for the crop ⇢ Look up "ὁ τὸ σπέρμα παρασχὼν οὗτος τῶν φύντων
    93 bytes (49 words) - 17:42, 6 July 2020
  • («ἐπιπεσὼν ἀπαρασκεύοις τοῑς ἐναντίοις», Ξεν.) αρχ. 1. πέφτω πάνω («εἰ ἐπιπέσοι σπέρμα», Θεόφρ.) 2. πέφτω («ἐπέπεσε μοῑρα», Πίνδ.) 3. (για χρέος) προσαυξάνω 4
    908 bytes (64 words) - 06:31, 29 September 2017
  • race: P. and V. γένος, τό, Ar. and V. γέννα, ἡ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see stock. household: P. and V. οἶκος, ὁ, P. οἰκία, ἡ, Ar
    1 KB (112 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ενέργεια του φυτρώνω, η ανάπτυξη του φυτικού εμβρύου που βρίσκεται μέσα στο σπέρμα σε τέλειο φυτό. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    256 bytes (29 words) - 12:48, 29 September 2017
  • γέννα, ἡ, γενέα, ἡ (Eur., Fragment; also Plato but rare P.), V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό. ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό, σπορά, ἡ. tribe: P. and V. ἔθνος, τό, φῦλον, τό
    2 KB (163 words) - 08:50, 20 May 2020
  • τό (rare P.), τέκος, τό, γόνος, ὁ, V. γονή, ἡ, γέννημα, τό, γένεθλον, τό, σπέρμα, τό (rare P.), σπορά, ἡ; see son, daughter. off-spring: P. and V. ἔκγονος
    2 KB (207 words) - 09:15, 20 May 2020
  • ο 1. το σπέρμα του φυτού καφέα («καφές Βραζιλίας») 2. το ρόφημα που παρασκευάζεται με βρασμό τών καβουρδισμένων και αλεσμένων σπερμάτων του καφεόδεντρου
    1,014 bytes (72 words) - 07:23, 29 September 2017
  • τό, γενεά, ἡ (Eur. Fragment, Plato, and Ar.), V. γένεθλον, τό, σπορά, ἡ, σπέρμα, τό. ⇢ Look up "descent" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    984 bytes (97 words) - 08:51, 20 May 2020
  • πρέμνον, τό. root: P. and V. ῥίζα, ἡ. Met., family: P. and V. γένος, τό, V. σπέρμα, τό, ῥίζα, ἡ, ῥίζωμα, τό; see stock. P. and V. κατέχειν, παύειν; see check
    741 bytes (99 words) - 08:53, 20 May 2020
  • αγγεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < angiospermae, νεολατιν. επιστημονικός όρος < ελλ. αγγείο + σπέρμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    478 bytes (30 words) - 06:30, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)