Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στερέωμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • βρίσκονται τα ουράνια σώματα, ο ουράνιος θόλος (α. «το άπειρο στερέωμα» β. «γενηθήτω τὸ στερέωμα ἐν μέσῳ τοῡ ὕδατος», ΠΔ) νεοελλ. καθετί με το οποίο στερεώνεται
    7 KB (623 words) - 13:50, 3 October 2019
  • δημιουργία του κόσμου από τον θεό («ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα», ΠΔ) 3. τα δημιουργήματα του θεού («τοῦτον [δηλ. τὸν θεόν] διὰ τῆς ποιήσεως
    1 KB (107 words) - 13:00, 15 February 2019
  • υψώνομαι, ανέρχομαι 2. (για ουράνια σώματα) υψώνομαι, αναφαίνομαι στο στερέωμα, προβάλλω αρχ. 1. αναδίδω, κάνω να φυτρώσει 2. γεννώ, φέρνω στο φως 3.
    953 bytes (56 words) - 06:53, 29 September 2017
  • = βαρύς, καρφαλέος, κερασβόλος, κρατερός, σκληρός, στερέμνιος, στερεός, στερέωμα, στέριφος, στερρός, στιβαρός, στριφνός, στυφελός, στύφλος Look up in:
    2 KB (162 words) - 08:50, 20 May 2020
  • πρὸ τοῦ τείχους καὶ τῆς τάφρου περενέβαλε», Πολ.) αρχ.-μσν. 1. (για το στερέωμα) αυτός που κινείται μαλακά 2. αυτός που μεταβάλλεται εύκολα, ο ευμετάβλητος
    2 KB (134 words) - 12:30, 15 February 2019
  • εφοδιασμός, πολεμική προετοιμασία 3. φρ. «ἑτοιμασία θρόνου» — το θεμέλιωμα, το στερέωμα του θρόνου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    781 bytes (57 words) - 07:13, 29 September 2017
  • 39 (στήριγγα cj. Kock), Plu.Cor. 24.    3 = στεῖρα (A), στερέωμα 3, Nonn.D.40.451.    4 = στερέωμα 4, PMag.Lond.121.509.    5 τὸ λοιπὸν τοῦ σ. the rest of
    6 KB (435 words) - 17:50, 10 January 2019
  • κάτι, περιφέρομαι 2. (για τον ήλιο ή τα ουράνια σώματα) περιστρέφομαι στο στερέωμα, ακολουθώ την τροχιά μου 3. διέρχομαι, διασχίζω έναν τόπο («πάντα δὲ οὐρανὸν
    900 bytes (74 words) - 12:16, 29 September 2017
  • ενός αθώου αρχ. 1. ο ουράνιος θόλος ως έδρα τών θεών έξω ή πάνω από το στερέωμα («μέγας οὐρανῷ Ζεῡς», Σοφ.) 2. ο αιθέρας, η ατμόσφαιρα που περιβάλλει τη
    6 KB (452 words) - 12:50, 15 February 2019
  • σφαῖρα ἡ περὶ τὸν ἄξονα τοῦτον στρεφομένη, δηλ. ὁ θόλος τοῦ οὐρανοῦ, τὸ στερέωμα, Λατ. polus, Αἰσχύλ. Πρ. 430, Εὐρ. Ἀποσπ. 836. 11· ἄστρων π. ὁ αὐτ. ἐν
    20 KB (1,706 words) - 15:45, 2 October 2019
  • από ορισμένα σταθερά σημεία («ἄστρων μέτρα» — οι θέσεις των άστρων στο στερέωμα, Σοφ.) 7. (στη μετρική) α) καθετί που δεν είναι πεζό, ποίημα β) το είδος
    22 KB (1,482 words) - 12:40, 15 February 2019
  • το, Ν στεριώνω η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στεριώνω, στερέωμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    163 bytes (20 words) - 12:32, 29 September 2017
  • μεταρρηματικό (< πέλομαι «κινούμαι») είτε μετονοματικό (< πόλος «άξων της γης, στερέωμα»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    944 bytes (61 words) - 06:31, 29 September 2017
  • τέλ.). Ι. ὁ οὐρανός, παρ’ Ὁμήρ. καὶ Ἡσιόδ., 1) ὁ θόλος τοῦ οὐρανοῦ, τὸ στερέωμα, ὅπερ ἐνομίζετο ὡς κοῖλον ἡμισφαίριον στηριζόμενον κύκλῳ ἐπὶ τῆς περιφερείας
    48 KB (5,195 words) - 14:15, 3 October 2019
  • -ητος, ἡ, Μ στέγος το στερέωμα, ο ουρανός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    107 bytes (17 words) - 12:31, 29 September 2017
  • ἐπίσφιγξις, ή (Μ) στήριγμα, στερέωμα, σύνδεση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    116 bytes (15 words) - 07:12, 29 September 2017
  • σταθερός 2. αστρον. (για αστέρια) αυτός που διατηρεί σταθερή θέση μέσα στο στερέωμα μσν. εκείνος που δεν πέφτει σε πλάνη, ο αλάνθαστος. Αναζήτηση σε: Google
    432 bytes (40 words) - 06:57, 29 September 2017
  • θόλος» — το ημισφαίριο του ουρανού που φαίνεται πάνω από τον ορίζοντα, στερέωμα, ουράνια σφαίρα νεοελλ.-μσν. καμπυλόγραμμη, ημισφαιρική συνήθως οροφή,
    12 KB (1,097 words) - 14:50, 2 October 2019
  • Κόσμ. 7, 2, Θεοφρ. Αἰτ. Φ. 5. 12, 2: ἐπὶ ἀνέμων καθιστώντων ἀνέφελον τὸ στερέωμα, Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 6, 18· ἰδίως ἐπὶ τῶν βοβείων ἀνέμων, αὐτόθι 2. 6, 22
    6 KB (562 words) - 12:59, 16 May 2020
  • χόρτοι εὔδενδροι Εὐρ. Ι. Τ. 134· χόρτος οὐρανοῦ, ἡ ἔκτασις τοῦ οὐρανοῦ, τὸ στερέωμα, Ποιητὴς παρ’ Ἡσυχ.· πρβλ. δύσχορτος, σύγχορτος. - Ἡ λέξις ταχέως μετέπεσεν
    22 KB (2,041 words) - 14:40, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)