Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στεφάνη" on this wiki. See also the other search results found.

  • die goldene στεφάνη vgl. die Scholl. Zweifellos ein goldner Kranz ist χρυσέη στεφάνη Herodot. 8, 118; vgl. Aristoph. Eq. 968 Eccl. 1034. Στεφάνη τριχῶν, ein
    20 KB (1,825 words) - 01:10, 10 January 2019
  • νόμιμο γάμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < στεφάνη μέσω ενός υποκοριστικού στεφάνι(ον). Κατ' άλλη άποψη, η λ. προήλθε απευθείας από τη λ. στεφάνη με αλλαγή γένους]. Αναζήτηση
    2 KB (192 words) - 12:32, 29 September 2017
  • ισημερινό επίπεδο μεταξύ τών πόλων, σχηματίζοντας τη μεταφασική πλάκα ή στεφάνη μσν. (για επίσκοπο) μετάθεση από μια εκκλησία σε άλλη μσν.-αρχ. εξάρθρωση
    1 KB (84 words) - 07:37, 29 September 2017
  • γίνεται η μετάβαση από τα τέσσερα ημικυκλικά τόξα στην οριζόντια κυκλική στεφάνη, όπου εδράζεται ο σφαιρικός θόλος νεοελλ. 1. θύσανος από φτερά που βρίσκεται
    989 bytes (73 words) - 07:34, 29 September 2017
  • [αψιδώ (-ώνω)] κυρτωμένος σε σχήμα αψίδας αρχ. (για τροχούς) αυτός που έχει στεφάνη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    254 bytes (28 words) - 07:00, 29 September 2017
  • and V. στέφανος, ὁ, στέμμα, τό (Plat. but rare P.), V. στέφος, τό. Ar. στεφάνη, ἡ; see also wreath. Wear garlands, v.: P. στεφανηφορεῖν. Weave garlands:
    397 bytes (47 words) - 09:41, 21 July 2017
  • Garland,. etc.: P. and V. στέφανος, ὁ, στέμμα, τό (Plat. but rare P.), Ar. στεφάνη, ἡ, V. στέφος, τό; see also wreath. Diadem of eastern kings: P. διάδημα
    2 KB (189 words) - 11:00, 7 August 2017
  • ένα σάκο, στο άνοιγμα του οποίου είναι στερεωμένη μια μεταλλική ή ξύλινη στεφάνη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    327 bytes (37 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ) ή η σιδερένια στεφάνη του τροχού σιδηροδρομικού οχήματος, κάρου, άμαξας κ.λπ. που περιβάλλει το σώτρο (ζάντα) αρχ. η μεταλλική στεφάνη του τροχού γύρω
    751 bytes (56 words) - 07:12, 29 September 2017
  • π. Ἀληθ. Ἱστ. 1. 8, Πολυδ. Ι΄, 166· (ἴδε ἐν λέξ. στέλλω)· ― ἡ κορυφὴ ἢ στεφάνη τῆς ῥίζης ἐξ ἧς τὸ πρέμνον ἢ ὁ κορμὸς ἄρχεται φυόμενος, Λατ. codex, δρυὸς
    8 KB (607 words) - 01:05, 10 January 2019
  • στέμμα, τό (Plat. but rare P.), V. στέφος, τό, ἀνάδημα, τό, ἄνδημα, τό, Ar. στεφάνη, ἡ. P. ταινία, ἡ; see also chaplet. Wreathe with a fillet, v. trans.: Ar
    449 bytes (58 words) - 09:40, 21 July 2017
  • («μονή κλωστή») 2. (για άνθος) αυτός που έχει απλή στεφάνη 3. (για φυτό) αυτό που έχει άνθη με απλή στεφάνη 4. φρ. α) «μονά-ζυγά», «μονά ή ζυγά» — είδος παιχνιδιού
    2 KB (167 words) - 06:47, 29 September 2017
  • το, Ν 1. στεφάνη βαρελιού 2. κάθε ξύλινος ή μεταλλικός δακτύλιος που χρησιμεύει για στήριξη ή συγκράτηση 3. είδος παιχνιδιού, η κρικηλασία. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    502 bytes (36 words) - 12:50, 29 September 2017
  • άρωμα») 2. (στην καλαθοσφαίριση) χτυπώ την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί καλάθι 3. φρ. «ταπώνω κάποιον» — αποστομώνω. Αναζήτηση
    559 bytes (50 words) - 12:55, 29 September 2017
  • (ΑM κόσκινον) 1. σκεύος με Κυκλική ξύλινη ή μετάλλινη στεφάνη και λεπτό πλέγμα, διάτρητη πλάκα ή δέρμα, το οποίο χρησιμοποιείται για τον αποχωρισμό ξένων
    3 KB (234 words) - 06:41, 29 September 2017
  • οποία ο αντίπαλος παίκτης χτυπάει την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί καλάθι 4. φρ. α) «έγινε τάπα» (ενν. στο μεθύσι) έγινε
    957 bytes (80 words) - 12:57, 29 September 2017
  • το / σῶτρον, ΝΑ η στεφάνη τροχού. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σῶ-τρον (με επίθημα -τρον, δηλωτικό οργάνου, πρβλ. φίμωτρον) έχει σχηματιστεί από τη ρ. kyew- του ρ. σεύομαι
    725 bytes (64 words) - 12:56, 29 September 2017
  • σκαπ-άνη). Μαρτυρείται και παρλλ. τ. λέκος (τὸ), πρβλ. ἕρκος: ἑρκάνη, στέφος: στεφάνη. Συνδέονται με λατ. lanx και έχει επιχειρηθεί αναγωγή τους σε ΙΕ ρίζα (e)leq-
    11 KB (876 words) - 15:15, 2 October 2019
  • text search helm = κόρυς, κρᾶ, κράνος, κυνῆ, κῶνος, περικεφαλαία, πήληξ, στεφάνη, τρυφάλεια Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό
    755 bytes (117 words) - 08:35, 10 January 2019
  • χύνεται νερό ή άλλο υγρό από τα χείλη αγγείου, από την κοίτη ποταμού, από τη στεφάνη φράγματος 2. φρ. «πεδιάδα υπερχείλισης [ή κατάκλυσης]» (γεωμορφ.) επίπεδη
    804 bytes (67 words) - 12:54, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)