Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στηρίζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • υποχωρητ. σχημ. από το ρ. στηρίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο στηρίζω: αόρ. αʹ ἐστήριξα, Επικ
    39 KB (3,538 words) - 14:29, 3 October 2019
  • ὑποστηρίζω ΝΜΑ στηρίζω 1. στηρίζω αποκάτω 2. μτφ. βοηθώ, ενισχύω, υπερασπίζω (α. «όλοι οι φίλοι του τὸν υποστήριξαν» β. «ὑποστηρίζει δὲ τοὺς δικαίους ὁ
    545 bytes (44 words) - 12:48, 29 September 2017
  • η / στήριξις, -ίξεως, ΝΑ στηρίζω νεοελλ. 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στηρίζω, το να στηρίζεται κάτι και να γίνεται σταθερό, στερέωση, εδραίωση
    938 bytes (72 words) - 12:32, 29 September 2017
  • Θηρ.) νεοελλ. συγκρατώ, στηρίζω κάποιον, συνήθως από τις μασχάλες, για να μην πέσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + βαστάζω «βαστώ, στηρίζω»]. Αναζήτηση σε: Google
    721 bytes (50 words) - 12:56, 29 September 2017
  • σκοπεύω να αναλάβω μια ενέργεια, προτίθεμαι («υπολογίζω να πάω εκδρομή») β) στηρίζω τις ελπίδες μου, ελπίζω («μην υπολογίζεις στη βοήθειά του») αρχ. 1. υποβιβάζω
    2 KB (123 words) - 12:48, 29 September 2017
  • ὑποστυλῶ, -όω, ΝΜΑ στηρίζω κάτι με στύλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + στυλῶ / -ώνω «στηρίζω κάτι με στύλους»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    359 bytes (25 words) - 12:59, 29 September 2017
  • («πύργους... φοίνιξι θεμελιώσας», Ξεν.) 2. μτφ. θέτω τις πρώτες βάσεις, στηρίζω, στερεώνω, χτίζω, δημιουργώ, ριζώνω («πάνω στη δικαιοσύνη θεμελιώνονται
    1 KB (87 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ορμώ με βιαιότητα εναντίον κάποιου β) βιάζω γυναίκα γ) πιάνω, κρατώ δ) στηρίζω, υποστηρίζω κάτι ε) συγκρατώ κάποιον στ) παρακαλώ έντονα, επιμένω 4. (αμτβ
    1 KB (94 words) - 07:05, 29 September 2017
  • (Α ἀναρτῶ, -άω) κρεμώ κάτι, στηρίζω κάτι κάπου αρχ. μτφ. 1. εξαρτώ κάτι από κάπου 2. προσηλώνω 3. (μέσ., -ώμαι) α. (για εδάφη) προσαρτώ, υποτάσσω σε κάποιον
    841 bytes (55 words) - 06:53, 29 September 2017
  • Étymologie: ὑπό, στηρίζω. ὑποστηρίζω: υποστυλώνω, συγκρατώ, στηρίζω, βαστώ, σε Λουκ. ὑποστηρίζω: подпирать, укреплять (ἔπαλξιν, τὴν ναῦν Luc.). to
    668 bytes (45 words) - 02:20, 10 January 2019
  • (AM ἐπαναπαύω και ἐπαναπαύομαι) μέσ. βασίζομαι, στηρίζω τις ελπίδες μου («επαναπαύεται στις υποσχέσεις του υπουργού») νεοελλ. 1. εφησυχάζω, απαλλάσσομαι
    1 KB (88 words) - 07:10, 29 September 2017
  • πλαγιασμένος κάπου β) στηρίζω τις ελπίδες μου κάπου («ἐπερείδεται εἰς τὴν εὔνοιαν τῶν ἰσχυρῶν». [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ερείδω «στηρίζω, υποστηρίζω - ωθώ»].
    2 KB (119 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ἑρμάζω (Α) έρμα 1. στηρίζω, στερεώνω 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἑρμάσαι ἐλαφρῶς περιελίξαι». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    233 bytes (22 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ἀντερείδω (Α) ερείδω 1. στηρίζω κάτι πάνω σε άλλο 2. στηρίζω, τοποθετώ κάτι στερεά 3. τοποθετώ υποστηρίγματα 4. μένω σταθερός, αντιστέκομαι σε πίεση 5
    482 bytes (39 words) - 06:55, 29 September 2017
  • αντίκειμαι σε κάτι αρχ. 1. βαδίζω εναντίον κάποιου, αντιστέκομαι 2. πατώ επάνω, στηρίζω τα πόδια μου επάνω σε κάτι 3. (αμτβ.) εναντιώνομαι. Αναζήτηση σε: Google
    513 bytes (41 words) - 06:20, 29 September 2017
  • ἐξερείδω (Α) ερείδω 1. στηρίζω, υποστηρίζω («ἐξέρειδέ μου βάσιν τρέμουσαν», Λουκ.) 2. ενισχύω («ἐξερείδει ἀτονίαν σώματος»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    289 bytes (25 words) - 07:09, 29 September 2017
  • (τό) : 1 soutien, appui; 2 c. στῆριγξ. Étymologie: στηρίζω. firmamento -ίγματος, το, ΝΜΑ στηρίζω 1. καθετί πάνω στο οποίο στηρίζεται κάτι, μέσο στήριξης
    6 KB (435 words) - 17:50, 10 January 2019
  • (AM ἐπιστηρίζω) στηρίζω 1. στηρίζω κάτι επάνω σε κάτι 2. παθ. επιστηρίζομαι στηρίζομαι, υποστηρίζομαι αρχ.-μσν. εξασφαλίζω, επιβεβαιώνω μσν. δείχνω, αποδεικνύω
    597 bytes (41 words) - 07:12, 29 September 2017
  • ερείδω 1. στηρίζω μέσα σε κάτι, βάζω μέσα, μπήγω («οἱ μέν μοχλόν ἑλόντες ἐλάινον, ὀξύν ἐπ' ἄκρω, ὀφθαλμῷ ἐνέρεισαν», Ομ. Οδ.) 2. ακουμπώ, στηρίζω 3. προσηλώνω
    729 bytes (59 words) - 07:08, 29 September 2017
  • (Α) ερείδω 1. στηρίζω, προσηλώνω 2. προσηλώνομαι 3. μέσ. ακουμπώ, στηρίζομαι, βασίζομαι, επαναπαύομαι 4. (μέσ. με ενεργ. σημ.) α) στηρίζω, προσηλώνω (το
    779 bytes (62 words) - 06:22, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)