Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στυλοβάτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • υπόβαθρο, κν. στυλοπάτι νεοελλ. 1. μτφ. βασικός υποστηρικτής, θεμελιωτής («στυλοβάτης της κυβέρνησης») 2. αρχαιολ. η άνω επιφάνεια του κρηπιδώματος ναού η οποία
    3 KB (225 words) - 14:25, 7 July 2020
  • το, Ν στυλοβάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < στύλος + πατώ (πρβλ. μονο-πάτι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο το
    543 bytes (36 words) - 12:35, 29 September 2017
  • στυλώ(-νω) αρχ. στυλάριον, στύλιον αρχ.-μσν. στυλίζω. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) στυλοβάτης, στυλοειδής αρχ. στυλογλύφος, στυλοπαραστάς, στυλοπινάκιον, στυλοποιός
    5 KB (319 words) - 12:33, 29 September 2017
  • το / ὑπόβαθρον, ΝΜΑ νεοελλ. 1. στήριγμα, υποστήριγμα, στυλοβάτης, βάση πάνω στην οποία στηρίζεται μια κατασκευή ή ένα φυσικό ή τεχνητό σύστημα 2. (γεωλ
    3 KB (241 words) - 12:55, 29 September 2017
  • αυτός που στηρίζεται σε στύλους νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το υπόστυλο α) στυλοβάτης β) συνεκδ. περίστυλη στοά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + στῦλος (πρβλ. περί-στυλος)]
    549 bytes (39 words) - 12:43, 29 September 2017
  • στυλώ(-νω) αρχ. στυλάριον, στύλιον αρχ.-μσν. στυλίζω. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) στυλοβάτης, στυλοειδής αρχ. στυλογλύφος, στυλοπαραστάς, στυλοπινάκιον, στυλοποιός
    16 KB (1,565 words) - 19:35, 7 July 2020
  • αυτός που στηρίζεται σε στύλους νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το υπόστυλο α) στυλοβάτης β) συνεκδ. περίστυλη στοά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + στῦλος (πρβλ. περί-στυλος)]
    2 KB (99 words) - 12:45, 1 July 2020
  • stylŏbătes: is, or stylŏbăta, ae, m., = στυλοβάτης, I the pedestal of a column or row of columns, a stylobate, Vitr. 3, 3; Varr. R. R. 3, 5, 11 sq.; 1
    481 bytes (88 words) - 22:05, 27 February 2019
  • καρκινοβάτης, κρημνοβάτης, κτηνοβάτης, οπισθοβάτης, ορειβάτης, παραβάτης, στυλοβάτης, σχοινοβάτης, χωροβάτης αρχ. αβροβάτης, αγχιβάτης, αιγιβάτης, αιγοβάτης
    3 KB (155 words) - 11:10, 19 December 2018
  • (ὑφίσταμαι), αυτό που στέκεται κάτω από, στήριγμα, υποστήριγμα, στύλος, στυλοβάτης, σε Πλούτ. ὑποστάτης: ου ὁ вилообразная подпора Plut. ὑποστά˘της,
    3 KB (233 words) - 14:50, 7 July 2020
  • που διευρύνεται προς τα κάτω, πλατύς στη βάση («κατάτονος λίθος» — ο στυλοβάτης, η βάση όπου στηρίζεται ο στύλος, το υπόβαθρο). Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (87 words) - 18:10, 7 July 2020
  • ἀναβαίνω usw., außerdem in Zusammenbildungen mit nominalem Vorderglied, z. B. στυλοβάτης; daneben -βατήριος, ebenfalls zu den komponierten ἀνα-, ἀποβαίνω usw.;
    79 KB (8,402 words) - 22:05, 7 July 2020
  • stȳlŏbăta (-tēs), æ, m. (στυλοβάτης), stylobate [t. d’arch.] : Varro R. 3, 5, 11 ; Vitr. Arch. 3, 3 || gén. -tis, Varro R. 3, 5, 12. stylobata stylobatae
    315 bytes (37 words) - 06:40, 28 February 2019