Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στόμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • «διαίρω στόμα» — ανοίγω το στόμα μου, μιλώ θ) «κοιμῶ στόμα» ή «κλείω στόμα» ή «συγκλῄω στόμα» ή «ἔχω στόμα» ή «ἐπέχω στόμα» — τηρώ σιγή, σωπαίνω ι) «δάκνω
    68 KB (6,799 words) - 14:40, 3 October 2019
  • under silence. tie (a person's) tongue, tie tongue: P. ἐμφράσσειν στόμα, Ar. ἐπιβύειν στόμα. wield a ready tongue, v.: Ar. γλωττοστροφεῖν. tongue of a balance:
    2 KB (153 words) - 08:50, 20 May 2020
  • P. and V. στόμα, τό. mouth of a river, cave, etc.: P. and V. στόμα, τό, στόμιον, τό, P. ἐκβολή, ἡ. a cave with two mouths: V. δίστομος πέτρα, ἡ, ἀμφιτρὴς
    1 KB (144 words) - 08:50, 20 May 2020
  • το / στόμιον, ΝΜΑ στόμα 1. άνοιγμα, οπή, είσοδος (α. «στόμιο σπηλαίου» β. «ἁρμὸν χώματος λιθοσπαδῆ δύντες πρὸς αὐτὸ στόμιον», Σοφ.) 2. ανατ. πόρος ή τρήμα
    2 KB (178 words) - 12:32, 29 September 2017
  • (Plato), Ar. καταμύειν. close one's mouth: V. ἐγκλῄειν στόμα, Ar. ἐπιβύειν στόμα, P. ἐμφράσσειν στόμα. keep quiet and close your mouth: V. ἡσυχάζετε συνθέντες
    4 KB (345 words) - 09:15, 20 May 2020
  • another): P. ἐμφράσσειν στόμα. V. ἐγκλῄειν στόμα, γλῶσσαν ἐγκλῄειν. lo! I am silent and close my lips: V. ἰδοὺ σιωπῶ κἀπιλάζυμαι στόμα (Eur., Andromache 250)
    2 KB (181 words) - 08:50, 20 May 2020
  • one's mouth: V. ἐγκλῄειν στόμα, P. ἐμφράσσειν στόμα; see close. lo I am silent and shut my mouth: V. ἰδού σιωπῶ κἀπιλάζυμαι στόμα (Eur., Andromache 250)
    2 KB (163 words) - 08:50, 20 May 2020
  • αξίζουν» — δεν αξίζουν τίποτε μσν. ανακούφιση, παρηγοριά αρχ. ο αφρός στο στόμα τών αλόγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    725 bytes (57 words) - 07:05, 29 September 2017
  • ποσότητα τροφής που μπορεί να χωρέσει κάθε φορά στο στόμα, αλλ. βουκιά 2. φρ. α) «δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα» — δεν έφαγε απολύτως τίποτε β) «δίνει και τη μπουκιά
    867 bytes (72 words) - 11:56, 29 September 2017
  • («στέγνωσε από τη στενοχώρια του») 4. φρ. α) «στέγνωσε το στόμα μου [ή το χείλι μου]» — ξεράθηκε το στόμα μου από τη δίψα β) «στέγνωσαν τα μάτια μου [ή τα δάκρυά
    1 KB (119 words) - 12:31, 29 September 2017
  • κλεῖθρα δέχεσθαι, Bass. 10 (VII, 391). στόμιον: τό, ὑποκορ. τοῦ στόμα· καθόλου, στόμα, Ποσείδιππ. ἐν «Χορευούσαις» 1. 16· στομίοισι δυσαλθὲς Νικ. Ἀλεξιφ
    9 KB (795 words) - 01:15, 10 January 2019
  • (τό) : la bouche Bucolique, autre nom de la bouche du Nil appelée d’ord. Phatnique ou Pathmétique.
    136 bytes (16 words) - 19:24, 9 August 2017
  • (τό) : la bouche Bolbitine, l’une des embouchures du Nil. Étymologie: Βολβιτίνη.
    141 bytes (11 words) - 19:38, 9 August 2017
  • και ξεστομώ, -άω (συν. σχετικά με απρεπή λόγια) βγάζω από το στόμα μου, εκστομίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-στομίζω (αόρ. ἐξ-εστόμισα) βλ. λ. ξ(ε)-]. Αναζήτηση σε:
    409 bytes (33 words) - 12:06, 29 September 2017
  • και ξεστομίζω βγάζω από το στόμα, προφέρω (κυρίως για ύβρεις ή απρεπείς λόγους). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    186 bytes (22 words) - 07:07, 29 September 2017
  • κατεσφραγισμένος, ἐσφραγισμένος. Met., seal the lips: P. ἐμφράσσειν στόμα, V. ἐγκλῄειν στόμα, ἐγκλῄειν γλῶσσαι. my doom is sealed: P. and V. ἀπόλωλα; see be
    2 KB (142 words) - 08:50, 20 May 2020
  • εἴσβασις, ἡ. entrance to a harbour, etc.: P. εἴσπλους, ὁ. mouth: P. and V. στόμα, τό, στόμιον, τό. P. and V. κηλεῖν; see bewitch, delight. ⇢ Look up
    583 bytes (59 words) - 08:54, 20 May 2020
  • -έω) 1. βγάζω ή έχω αφρούς 2. (για πρόσωπα και ζώα) βγάζω αφρούς από το στόμα, συνήθως από οργή ή λύσσα νεοελλ. οργίζομαι, θυμώνω πολύ. Αναζήτηση σε:
    364 bytes (39 words) - 06:25, 29 September 2017
  • (Α ἀποστομῶ, -όω) κλείνω το στόμα κάποιου, τον κάνω να σωπάσει αρχ. 1. αποφράσσω 2. αμβλύνω την άκρη αιχμηρού αντικειμένου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    300 bytes (29 words) - 06:58, 29 September 2017
  • πρόσθεν, P. τὸ ἔμπροσθεν. front of an army: P. and V. μέτωπον, τό (Xen.), στόμα, τό (Xen.). when we ranged our armed forces against each other, extending
    2 KB (260 words) - 08:49, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)