Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στόμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • «διαίρω στόμα» — ανοίγω το στόμα μου, μιλώ θ) «κοιμῶ στόμα» ή «κλείω στόμα» ή «συγκλῄω στόμα» ή «ἔχω στόμα» ή «ἐπέχω στόμα» — τηρώ σιγή, σωπαίνω ι) «δάκνω
    63 KB (5,969 words) - 10:25, 20 January 2019
  • silence, under silence. Tie (a person's) tongue: P. ἐμφράσσειν στόμα, Ar. ἐπιβύειν στόμα. Wield a ready tongue, v.: Ar. γλωττοστροφεῖν. Tongue of a balance:
    1 KB (147 words) - 17:56, 24 February 2019
  • subs. P. and V. στόμα, τό. Mouth of a river, cave, etc.: P. and V. στόμα, τό, στόμιον, τό, P. ἐκβολή, ἡ. A cave with two mouths: V. δίστομος πέτρα, ἡ,
    1 KB (139 words) - 09:47, 21 July 2017
  • το / στόμιον, ΝΜΑ στόμα 1. άνοιγμα, οπή, είσοδος (α. «στόμιο σπηλαίου» β. «ἁρμὸν χώματος λιθοσπαδῆ δύντες πρὸς αὐτὸ στόμιον», Σοφ.) 2. ανατ. πόρος ή τρήμα
    2 KB (178 words) - 12:32, 29 September 2017
  • one's mouth: V. ἐγκλῄειν στόμα, P. ἐμφράσσειν στόμα; see close. Lo I am silent and shut my mouth: V. ἰδού σιωπῶ κἀπιλάζυμαι στόμα (Eur., And. 250). V. intrans
    2 KB (162 words) - 10:02, 21 July 2017
  • (Plat.), Ar. καταμύειν. Close one's mouth: V. ἐγκλῄειν στόμα, Ar. ἐπιβύειν στόμα, P. ἐμφράσσειν στόμα. Keep quiet and close your mouth: V. ἡσυχάζετε συνθέντες
    4 KB (341 words) - 21:00, 26 August 2017
  • another): P. ἐμφράσσειν στόμα. V. ἐγκλῄειν στόμα, γλῶσσαν ἐγκλῄειν. Lo! I am silent and close my lips: V. ἰδοὺ σιωπῶ κἀπιλάζυμαι στόμα (Eur., And. 250). Open
    2 KB (175 words) - 16:00, 8 August 2017
  • αξίζουν» — δεν αξίζουν τίποτε μσν. ανακούφιση, παρηγοριά αρχ. ο αφρός στο στόμα τών αλόγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    725 bytes (57 words) - 07:05, 29 September 2017
  • ποσότητα τροφής που μπορεί να χωρέσει κάθε φορά στο στόμα, αλλ. βουκιά 2. φρ. α) «δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα» — δεν έφαγε απολύτως τίποτε β) «δίνει και τη μπουκιά
    867 bytes (72 words) - 11:56, 29 September 2017
  • («στέγνωσε από τη στενοχώρια του») 4. φρ. α) «στέγνωσε το στόμα μου [ή το χείλι μου]» — ξεράθηκε το στόμα μου από τη δίψα β) «στέγνωσαν τα μάτια μου [ή τα δάκρυά
    1 KB (119 words) - 12:31, 29 September 2017
  • and P. τρῆμα, τό. Chasm: P. and V. χάσμα, τό. Mouth, entrance: P. and V. στόμα, τό, στόμιον, τό, εἴσοδος, ἡ. Opportunity: P. and V. καιρός, ὁ. If an opening
    909 bytes (87 words) - 10:30, 10 January 2019
  • και ξεστομώ, -άω (συν. σχετικά με απρεπή λόγια) βγάζω από το στόμα μου, εκστομίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-στομίζω (αόρ. ἐξ-εστόμισα) βλ. λ. ξ(ε)-]. Αναζήτηση σε:
    409 bytes (33 words) - 12:06, 29 September 2017
  • και ξεστομίζω βγάζω από το στόμα, προφέρω (κυρίως για ύβρεις ή απρεπείς λόγους). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    186 bytes (22 words) - 07:07, 29 September 2017
  • κατεσφραγισμένος, ἐσφραγισμένος. Met., seal the lips: P. ἐμφράσσειν στόμα, V. ἐγκλῄειν στόμα, ἐγκλῄειν γλῶσσαι. My doom is sealed: P. and V. ἀπόλωλα; see be
    2 KB (139 words) - 11:01, 7 August 2017
  • κλεῖθρα δέχεσθαι, Bass. 10 (VII, 391). στόμιον: τό, ὑποκορ. τοῦ στόμα· καθόλου, στόμα, Ποσείδιππ. ἐν «Χορευούσαις» 1. 16· στομίοισι δυσαλθὲς Νικ. Ἀλεξιφ
    9 KB (795 words) - 01:15, 10 January 2019
  • εἴσβασις, ἡ. Entrance to a harbour, etc.: P. εἴσπλους, ὁ. Mouth: P. and V. στόμα, τό, στόμιον, τό. v. trans. P. and V. κηλεῖν; see bewitch, delight. Look
    512 bytes (57 words) - 09:38, 21 July 2017
  • -έω) 1. βγάζω ή έχω αφρούς 2. (για πρόσωπα και ζώα) βγάζω αφρούς από το στόμα, συνήθως από οργή ή λύσσα νεοελλ. οργίζομαι, θυμώνω πολύ. Αναζήτηση σε:
    364 bytes (39 words) - 06:25, 29 September 2017
  • (Α ἀποστομῶ, -όω) κλείνω το στόμα κάποιου, τον κάνω να σωπάσει αρχ. 1. αποφράσσω 2. αμβλύνω την άκρη αιχμηρού αντικειμένου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    300 bytes (29 words) - 06:58, 29 September 2017
  • πρόσθεν, P. τὸ ἔμπροσθεν. Front of an army: P. and V. μέτωπον, τό (Xen.), στόμα, τό (Xen.). When we ranged our armed forces against each other, extending
    2 KB (228 words) - 08:20, 10 January 2019
  • ἐρυγμός) [[[ερεύγομαι]] (I)] η θορυβώδης εκβολή στομαχικού αερίου από το στόμα, το ρέψιμο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    235 bytes (26 words) - 07:13, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)