Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "στόμις" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο στόμις: ιδος, v. l. στομίς, ίδος adj. m не повинующийся узде, непокорный (sc. ἵππος Aesch
    2 KB (108 words) - 04:00, 1 January 2019
  • die Mundbinde der Flötenspieler, sonst φορβειά, auch χειλωτήρ genannt. στομίς: -ίδος, ἡ, = στόμιον ΙΙΙ. 2, Πολύδ. Ι΄, 56. -ίδος, ἡ, Α βλ. στομίδα.
    1,004 bytes (59 words) - 12:32, 29 September 2017
  • (sc. ἵππος),= στόμις (q.v.),    A hard-mouthed horse, Afric.Cest.p.21 V., Suid. [Seite 948] ὁ, ἵππος, ein hartmäuliges Pferd, VLL. S. στόμις. ο, ΝΑ νεοελλ
    1 KB (79 words) - 10:00, 14 September 2019
  • η / στομίς, -ίδος ΝΑ μεταλλικό εξάρτημα του χαλινού το οποίο εισάγεται στο στόμα του αλόγου και στα άκρα του οποίου προσαρμόζονται τα ηνία. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    542 bytes (40 words) - 12:32, 29 September 2017
  • ἐπιστομίζω ein Gebiß anlegen (att.), auch den Mund verschließen (sp.). 2. στόμις m. hartmäuliges Pferd (A. Fr. 442 = 649 M.; vgl. Schwyzer 462 A. 3), auch
    68 KB (6,799 words) - 14:40, 3 October 2019
  • 2. 456Β, Λεξικ. τῶν Ἀρχαιοτ. σ. 967 μετάφρ. Τσιβανοπούλου· πρβλ. κημός, στομίς, περιστόμιον. χειλωτήρ· ― ἐντεῦθεν, φυσᾷ... φορβειᾶς ἄτερ, φυσᾷ τὸν αὐλὸν
    5 KB (487 words) - 20:35, 4 January 2019
  • σωλήνα του οργάνου παράγοντας έτσι ήχο, αλλ. επιστόμιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + στομίς «εξάρτημα του χαλινού» (< στόμα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    794 bytes (60 words) - 12:23, 29 September 2017
  • μυλοστομίς, -ίδος, ἡ (Α) γομφίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύλος «γομφίος» + -στομίς (< στόμα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    333 bytes (19 words) - 12:00, 29 September 2017
  • не повинующийся узде = στόμις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    36 bytes (39 words) - 04:30, 14 October 2019
  • непокорный = κατεξαναστατικός, σκληραύχην, ἄπιστος, στόμις, ἀνυπότακτος, δύσχρηστος, δυσήνιος, ἀπειθής, δυσάπειστος, δυσήκοος, δύσαρκτος, θυμώδης, θυμοειδής
    361 bytes (50 words) - 01:50, 14 October 2019
  • στηθαίο πηγαδιού, φρόχειλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + στόμα + κατάλ. -ίς (πρβλ. κατα-στομίς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (82 words) - 12:16, 29 September 2017
  • Translator | LSJ stŏmis, ĭdis, f. (στομίς), embouchure du joueur de flûte : Lucil. Sat. 511. stomis, idis, f. (στομίς), die Mundbinde des Flötenspielers
    375 bytes (67 words) - 09:07, 15 August 2017