Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συγκατανεύω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συγκατανεύω: μέλ. -σω, συναινώ, συγκατατίθεμαι, συμφωνώ σε κάτι, τινί, σε Πολύβ. συγκατανεύω: 1) давать знак согласия (ὄμματι
    2 KB (168 words) - 11:20, 10 January 2019
  • την ένταση ή την δριμύτητα μου («η κακοκαιρία άρχισε να υποχωρεί») β) συγκατανεύω, συμβιβάζομαι αρχ. 1. αποχωρώ, απομακρύνομαι 2. αποφεύγω 3. παραχωρώ,
    1 KB (110 words) - 12:53, 29 September 2017
  • δίνω, παραχωρώ («δῶρά μοι ξυναίνεσον», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + αἰνῶ «συγκατανεύω» (< αἶνος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    679 bytes (39 words) - 12:34, 29 September 2017
  • μαζί με κάποιον ή μετά από κάποιον 2. ενεργώ σύμφωνα με κάποιον ή κάτι, συγκατανεύω, συμμορφώνομαι, προσαρμόζομαι 3. έρχομαι ως συνέπεια, επακολουθώ, απορρέω
    3 KB (149 words) - 06:48, 29 September 2017
  • η, Ν συγκατανεύω συγκατάβαση, συναίνεση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο η, Ν συγκατανεύω συγκατάβαση
    215 bytes (28 words) - 12:35, 29 September 2017
  • αποτρέπω («οὐ παραινῶ προθύμως πολεμεῑν», Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + αἰνῶ «συγκατανεύω» (< αἶνος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    719 bytes (42 words) - 12:04, 29 September 2017
  • κρινόμενο, κατηγορούμενο ή συνήγορο) εμφανίζομαι στο δικαστήριο 7. συναινώ, συγκατανεύω 8. ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες κάποιου 9. μτφ. υπόκειμαι («τούτων ἔδοξεν
    3 KB (218 words) - 12:40, 29 September 2017
  • αξιώνω, ζητώ επιτακτικά 10. παθ. παρακαλοῡμαι, -έομαι α) κάμπτομαι, συγκατανεύω σε κάτι για χάρη κάποιου («παρεκλήθη Κύριος ἐπὶ τῇ κακίᾳ καὶ εἶπε... ἄνες
    4 KB (310 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ια) «βάζω νερό στο κρασί μου» — μετριάζω την οργή ή τις απαιτήσεις μου, συγκατανεύω σε μια αντίθετη άποψη ιβ) «βάζω το νερό στ' αυλάκι» — οδηγώ μια υπόθεση
    8 KB (611 words) - 11:56, 29 September 2017
  • πραγματοποιήσω το περιεχόμενο της αιτήσεως κάποιου) β) συγκατατίθεμαι, συναινώ, συγκατανεύω, αποδέχομαι αρχ. 1. (για ασθενείς) αισθάνομαι ανακούφιση 2. (στο γ' εν
    1 KB (87 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -έω, ΜΑ συγκατανεύω, συναινώ και εγώ με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἐπευδοκῶ «συγκατανεύω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    643 bytes (42 words) - 12:56, 29 September 2017
  • διομολογῶ (-έω) (AM) ομολογώ συμφωνώ, συγκατανεύω, κλείνω συμφωνία αρχ.-μσν. αναγνωρίζω πλήρως, ομολογώ αρχ. (-οῡμαι) συμφωνώ με κάποιον σ' ένα ζήτημα
    358 bytes (30 words) - 07:04, 29 September 2017
  • συνουσιάζομαι αρχ. 1. έχω μερίδιο 2. έχω σχέσεις, δοσοληψίες με κάποιον 3. συγκατανεύω, συμφωνώ με κάποιον 4. συγκοινωνώ, συνάπτομαι, συνδέομαι 5. αποτελώ κοινότητα
    2 KB (111 words) - 07:24, 29 September 2017
  • συμπράττω σε απάτη («μὴ συγχωροῡντας τοῑς πονηροῑς», Δημοσθ.) 7. συναινώ, συγκατανεύω («ξυγχωροῡντος Νικίου τῇ γνώμη», Θουκ.) 8. παραχωρώ κάτι στη διάρκεια
    10 KB (770 words) - 12:36, 29 September 2017
  • μέλλ. -έσω, ἀπὸ κοινοῦ αἰνῶ, ἀνυμνῶ, ἐπαινῶ, χάριν Αἰσχύλ. Ἀγ. 484. ΙΙ. συγκατανεύω, συμφωνῶ, ἀπολ., αὐτόθι 1208, Σοφ. Φιλ. 122, Ἠλ. 1279, Πλάτ. Πολ. 393Ε
    6 KB (544 words) - 01:25, 10 January 2019
  • υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ ηὐδόκησα», ΚΔ) 2. δίνω συγκατάθεση, συμφωνῶ, συγκατανεύω («εὐδόκησε κοινωνὸν αὐτὸν προσλαβέσθαι τῶν πράξεων», Πολ.) αρχ. 1. είμαι
    2 KB (167 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἐπικλίνω (AM) μσν. επιδοκιμάζω, συγκατανεύω αρχ. 1. προσδίδω επικλινή θέση 2. κατευθύνω σε κάτι 2. ενεργώ ώστε κάτι να πάρει μια ορισμένη κατεύθυνση 3
    1 KB (91 words) - 07:11, 29 September 2017
  • επαινώ, επιδοκιμάζω, εξυμνώ 3. συνιστώ, συμβουλεύω 4. συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω, συναινώ 5. υπόσχομαι, τάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. αἰνῶ παράγεται από το αἶνος
    2 KB (148 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -έομαι, Α συνομολογώ, συναινώ, συγκατανεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἀνθομολογοῦμαι «παραδέχομαι, συγκατατίθεμαι, συμφωνώ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    759 bytes (40 words) - 12:37, 29 September 2017
  • Ἀνάχ. 1· ὅσοι αὐτῶν κάτω συννενευκότες παλαίουσι αὐτόθι 24. 3) συναινῶ, συγκατανεύω, ξύννευσον Σοφ. Ο. Τ. 1510, πρβλ. Πινδ. Ο. 7. 121· πρὸς ἓν ἔργον Μουσών
    6 KB (415 words) - 11:05, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)