Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συγκομίζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • μὴ συγκομίζειν, Soph. Ai. 1027, τὸ σῶμα συγκομισθέν, Plut. Sull. 38. συγκομίζω: μέλλ. Ἀττ. -ιῶ, κομίζω εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, συνάγω, συλλέγω, συναθροίζω
    12 KB (1,122 words) - 12:50, 5 July 2020
  • διασκορπισμένα 2. (ιδίως για αγροτικά προϊόντα) συγκεντρώνω και αποθηκεύω, σοδιάζω, συγκομίζω 3. συνεκδ. τακτοποιώ, συγυρίζω 4. περιστέλλω, συγκρατώ («συμμάζεψε λίγο
    2 KB (164 words) - 12:36, 29 September 2017
  • (iii B.C.), IG22.1100.28 (ii A.D.), PFlor.175.25 (iii A.D.), etc.: cf. συγκομίζω 1.2.    2 in pass. sense, being gathered together, crowding, ἐκ τῶν ἀγρῶν
    5 KB (437 words) - 15:30, 4 July 2020
  • του ρ. τρυγῶ (Ι), κατά τα συνηρημένα σε -ῶ /-όω]. τρυγῶ, -άω, ΝΜΑ 1. συγκομίζω ώριμους καρπούς και ιδίως σταφύλια 2. μτφ. αποσπώ χρήματα από κάποιον εκμεταλλευόμενος
    3 KB (197 words) - 12:10, 10 January 2019
  • -η, -ο (Α ἀσυγκόμιστος, -ον) συγκομίζω ο αμάζευτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    129 bytes (17 words) - 06:59, 29 September 2017
  • (Α καρπολογῶ, -έω) καρπολόγος συγκομίζω καρπούς νεοελλ. 1. (σχετικά με ωφέλεια) απολαμβάνω 2. συλλέγω τους καρπούς που απέμειναν μετά τον τρύγο, επικαρπολογώ
    369 bytes (31 words) - 07:21, 29 September 2017
  • τον Δία) προσφέρω («ὕδωρ ἀναγκαίως ἔχει τὸν θεὸν ποιῆσαι», Αριστοφ.) 3. συγκομίζω, αποκομίζω («ἑπειδὰν ποιῇς σίτου μὲν μεδίμνους... χίλιους», Δημοσθ.) 4
    12 KB (844 words) - 13:00, 15 February 2019
  • κάθε μέρα») 6. εμφανίζω, παριστάνω («αυτός κάνει το μικρό μεγάλο») 7. συγκομίζω («έκανε πολλά λεφτά») 8. διορίζω («τον έκανε υπουργό») 9. συμπεριφέρομαι
    27 KB (2,092 words) - 12:30, 15 February 2019
  • χρήματα («ἔδωκεν ἑβδομήκοντα μνᾱς καρπώσασθαι τοσοῡτον χρόνον», Δημοσθ.) β) συγκομίζω τους καρπούς («καρπώσεται ὅσην πλατύρρους Νεῑλος ἀρδεύει χθόνα», Αισχύλ
    2 KB (115 words) - 12:35, 15 February 2019
  • συλλέγω» υποδηλώνοντας κυρίως την έννοια «αποσπώ, ξεριζώνω» και όχι απλώς «συγκομίζω, συγκεντρώνω». Το ρήμα χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση της συγκομιδής φρούτων
    2 KB (125 words) - 06:51, 29 September 2017
  • συγκομίζειν = (see also συγκομίζω): collect, gather in, help to bury, things only ⇢ Look up "συγκομίζειν" on Google | Wiktionary | LSJ full text search
    132 bytes (34 words) - 16:32, 5 June 2020
  • -ον) συγκομίζω ο αμάζευτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἀσυγκόμιστος: -ον (συγκομίζω), αυτός
    1 KB (103 words) - 15:32, 1 July 2020
  • νῦν μοι παῖδα Σοφ. Αἴ. 530, πρβλ. Ἀντ. 444, Πλάτ. Πολ. 370Ε, καρπὸν κ., συγκομίζω τὸν σῖτον (πρβλ. κομιδὴ ΙΙ), Ἡρόδ. 2. 14· ξενικὸν νόμισμα κ., εἰσάγω, Πλάτ
    57 KB (5,502 words) - 18:34, 7 July 2020
  • Foës. Oec. Hipp. ― Περὶ τοῦ τονισμοῦ, ἴδε Λοβεκ. Παραλ. 489. -ή, -όν, Α συγκομίζω 1. αυτός που έχει συγκομιστεί και συγκεντρωθεί σε έναν τόπο 2. φρ. α) «συγκομιστὰ
    3 KB (187 words) - 14:42, 1 July 2020
  • Διονύσου και στη διάρκεια της οποίας προσέφεραν αναίμακτες θυσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < συγκομίζω + επίθημα -τήριον / -τήρια (πρβλ. Άνθεσ-τήρια, οἰνισ-τήρια)]. Αναζήτηση
    2 KB (155 words) - 19:40, 7 July 2020
  • 58. ο, ΝΜ συγκομίζω η συγκομιδή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ο, ΝΜ συγκομίζω η συγκομιδή.
    268 bytes (35 words) - 12:35, 29 September 2017
  • νεοελλ.-μσν. παράγω καρπούς («οι πορτοκαλιές έχουν καρπέψει») αρχ. 1. συγκομίζω τον καρπό 2. επωφελούμαι από κάποιον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (142 words) - 20:25, 7 July 2020
  • από τις ύβρεις του, σε Δημ. — Μέσ., μαζεύω, αθροίζω για τον εαυτό μου, συγκομίζω για προσωπική μου χρήση, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ. 2. συλλέγω σθένος, συγκεντρώνω
    22 KB (2,067 words) - 19:40, 7 July 2020
  • θερίζοντα βροτούς», Αισχύλ.) 3. απολαμβάνω τα αποτελέσματα τών ενεργειών μου, συγκομίζω τους καρπούς τών μόχθων μου (α. «ό,τι σπείρεις θα θερίσεις» β. «οἴει..
    17 KB (1,553 words) - 08:55, 8 July 2020
  • ἐπαμῶ με την ίδια σημασία μσν. 1. συγκαλώ, συναθροίζω, συγκεντρώνω 2. συγκομίζω, συγκεντρώνω την εσοδεία, τη συγκομιδή. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αμάομαι, -ώμαι
    900 bytes (62 words) - 06:32, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)