Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συγκρούω" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συγκρούω: μέλ. -σω, 1. χτυπώ μαζί, Λατ. collido, συγκρούω τὼ χεῖρε, χτυπώ τα χέρια μου, σε Αριστοφ. 2. μεταφ
    10 KB (886 words) - 11:15, 10 January 2019
  • ΝΜΑ βλ. συγκρούω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    63 bytes (12 words) - 12:33, 29 September 2017
  • δῆμος ἐπικρότει μετά βοής», Πλούτ.) αρχ.-μσν. χειροκροτώ αρχ. 1. χτυπώ, συγκρούω με θόρυβο («ἐπικροτῶ τὰ κύμβαλα») 2. πέφτω με θόρυβο πάνω σε κάτι («τὰ
    612 bytes (50 words) - 06:31, 29 September 2017
  • και τσυγκρίζω και τσιγκρίζω Ν 1. συγκρούω ελαφρά δύο αντικείμενα («τσούγκρισαν τα ποτήρια τους») 2. φρ. «τά τσουγκρίζω με κάποιον» — μαλώνω, συγκρούομαι
    801 bytes (56 words) - 12:58, 29 September 2017
  • σύγκρουσις, -ούσεως, ΝΜΑ συγκρούομαι 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συγκρούω ή του συγκρούομαι, η πρόσκρουση μεταξύ δύο προσώπων ή πραγμάτων που έχουν
    9 KB (638 words) - 12:35, 29 September 2017
  • και σύγκρουτον και σύνκρουστον, τὸ, Α συγκρούω + -ομαι] θολωτό υπόγειο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    403 bytes (38 words) - 12:35, 29 September 2017
  • προσορμίζω νεοελλ. 1. επιδιώκω 2. καταφεύγω αρχ. Ι. 1. χτυπώ δυνατά, κρούω 2. συγκρούω, συντρίβω 3. (με δοτ.) επιτίθεμαι εναντίον κάποιου, τον προσβάλλω II. (-ομαι)
    2 KB (128 words) - 11:10, 23 December 2018
  • Étymologie: συγκρούω. ruido σύγκρουσις: ἡ, σύγκρουση, πρόσκρουση· διαμάχη, σύρραξη, συμπλοκή, σε Πλούτ. σύγκρουσις -εως, ἡ [συγκρούω] botsing, conflict
    4 KB (258 words) - 15:35, 9 January 2019
  • – zusammenfügen, An. Rh. 2, 616. συνᾰράσσω: Ἀττικ. -ττω· ὁμοῦ κτυπῶ, συγκρούω, συντρίβω, παρ’ Ὁμήρ. μόνον ἐν τμήσει, σύν κεν ἄραξ’ ἡμέων κεφαλὰς Ὀδ.
    7 KB (570 words) - 01:35, 10 January 2019
  • ὁ, Α συγκρούω / -ομαι] αυτός που προκαλεί σύγκρουση ή αυτός που βρίσκεται διαρκώς σε σύγκρουση, εριστικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    473 bytes (50 words) - 12:35, 29 September 2017
  • -έω, ΜΑ κτυπῶ χτυπώ δύο αντικείμενα μεταξύ τους, συγκρούω («συγκτυπεῑν κύμβαλα», Νόνν.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    409 bytes (42 words) - 12:35, 29 September 2017
  • μεταφ., κνῖσα κρ. ῥινὸς ὑπεροχάς, γαργαλίζει, Ἔφιππ. ἐν «Γηρυόνῃ» 2. 3. 2) συγκρούω, κρ. χεῖρας (πρβλ. κροτέω ΙΙ. 2), Εὐρ. Ἱκέτ. 720· κρ. τὰ ὅπλα πρὸς ἄλληλα
    34 KB (3,005 words) - 14:00, 3 October 2019
  • ἐπισυγκρούω (Α) συγκρούω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    76 bytes (12 words) - 06:31, 29 September 2017
  • = συγκρούω, Hsch. (Pass.). [Seite 971] = συγκρούω, Hesych. συγχρίμπτω: συγκρούω, «συγχριμφθέντα· συνενεχθέντα» Ἡσύχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «συγκρούω»
    1 KB (50 words) - 12:36, 29 September 2017
  • εἰς ἓν ἅπαντα, νὰ τὰ κατασυντρίψῃ εἰς ἓν ὅλα ὁμοῦ, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 674. 3) συγκρούω, μεταφορ., συρρ. πόλεμον, ἐνεργῶ ὥστε νὰ ἐκραγῇ πόλεμος, Πλούτ. 2. 1049D
    13 KB (1,042 words) - 12:55, 9 January 2019
  • καταράξεσθαι Πλουτ. Καῖσ. 44: (α εὐφων., ῥάσσω). Κτυπῶ, κρούω ἰσχυρῶς, συγκρούω, κατασυντρίβω (ὁ Ὅμ. ἔχει μόνον τὰ σύνθετα αὐτοῦ, ἀπαράσσω, συναράσσω)·
    19 KB (1,777 words) - 14:00, 2 October 2019
  • D. Cass. frg. Vatic. p. 185. ἐπισυγκρούω: συγκρούω, Δίων Κ Ἐκλογ. Βατ. σ. 185. ἐπισυγκρούω (Α) συγκρούω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    809 bytes (43 words) - 07:12, 29 September 2017
  • [Seite 988] att. -ττω (s. πλήσσω), zusammenschlagen, Sp. c. συγκρούω.
    194 bytes (10 words) - 19:52, 9 August 2017
  • στο γʹ ενικ. Επικ. αορ. βʹ ἔβραχε ή βράχε, κροταλίζω, βροντώ, τραντάζω, συγκρούω, κτυπώ· λέγεται για τον οπλισμό· χρησιμοποιείται για χείμαρρο, κάνω πάταγο·
    3 KB (343 words) - 19:33, 6 January 2019
  • συμπαίουσι Βαρκαίοις ὄχοις, Soph. El. 717. συμπαίω: μέλλ. παιήσω, παίω ὁμοῦ, συγκρούω, πῶλοι μέτωπα συμπαίουσι... ὄχοις Σοφ. Ἠλ. 727. ΙΙ. ἀμεταβ., ἔριδος ξυνέπαισε
    3 KB (211 words) - 01:20, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)