Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συμβάλλω" on this wiki. See also the other search results found.

  • ) γ) «δεξιὰς συμβάλλω τινί» — δίνω το χέρι μου σε κάποιον, ανταλλάσσω χειραψία (Ευρ.) δ) «συμβάλλω λόγους» — συνομιλώ (Πλούτ.) ε) «συμβάλλω ἔπη κακά» —
    83 KB (7,716 words) - 14:35, 3 October 2019
  • πλοίο 3. επιτίθεμαι 4. (για αρρώστια) προσβάλλω 5. (για ποταμό) εκβάλλω, συμβάλλω 6. (για εμπορεύματα) εισάγω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    862 bytes (63 words) - 07:06, 29 September 2017
  • διδασκαλία και την αγωγή, παρέχω γνώσεις, καλλιεργώ δεξιότητες και προσπαθώ να συμβάλλω στη διάπλαση του χαρακτήρα τών μαθητών μσν.- νεοελλ. εξασκώ στη στρατιωτική
    914 bytes (71 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ὑποθάλπω, ΝΑ θάλπω 1. θερμαίνω κάτι ελαφρώς 2. μτφ. συμβάλλω, χωρίς να φαίνομαι, στη διατήρηση ή στην έξαψη ενός συναισθήματος ή πάθους, υποδαυλίζω νεοελλ
    943 bytes (69 words) - 12:56, 29 September 2017
  • συγκόλληση («ενώνω τα μανίκια με το φουστάνι») 2. (για τρεχούμενα νερά) συρρέω, συμβάλλω («ποταμοί, τα ρέματα ενωμένα», Παλαμάς) μσν. 1. προσθέτω 2. μέσ. συναντιέμαι
    3 KB (229 words) - 06:33, 29 September 2017
  • συντελῶ, -έω, ΝΜΑ, και αττ. τ. ξυντελώ Α 1. συμβάλλω, συντείνω, συνεργώ στο να γίνει κάτι, υποβοηθώ (α. «η ανεργία συντελεί στην αύξηση της εγκληματικότητας»
    3 KB (224 words) - 12:53, 29 September 2017
  • ὑποβοηθῶ, -έω, ΝΑ νεοελλ. συμβάλλω σε κάτι βοηθητικά, προσθέτω κι εγώ τη συνδρομή μου, ενισχύω την προσπάθεια κάποιου αρχ. παρέχω εφόδια σε περίοδο πολέμου
    362 bytes (33 words) - 12:41, 29 September 2017
  • συναφθεί κατόπιν υπογραφής ομολόγων (Ανδοκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. συμβολ- του συμβάλλω (πρβλ. συμβολή) + κατάλ. -αιον (πρβλ. παραβόλ-αιον)]. Αναζήτηση σε: Google
    4 KB (288 words) - 12:33, 29 September 2017
  • εὐνοέει τοῑς ἐμοῑσι πρήγμασι», Ηρόδ. β. «τον ευνόησε η τύχη») νεοελλ. 1. συμβάλλω στην επιτυχία κάποιου σκοπού, παρέχω πλεονεκτήματα για την επιτέλεση κάποιου
    2 KB (173 words) - 07:14, 29 September 2017
  • προσάπτω, προσαρθρόω, συγκλείω, συγκοινόομαι, συγκριτικός, συζεύγνυμι, συμβάλλω, συμπλέκω, συμφύω, συνάγω, συνάπτω, συναρτάω, συνδέω, συνέργω, συντήκω
    3 KB (391 words) - 12:55, 10 January 2019
  • εὐσύμβολος: ἀρχ. Ἀττ. εὐξύμβολος, ον, εὐκόλως μαντευόμενος ἢ κατανοούμενος (πρβλ. συμβάλλω ΙΙΙ. 2), εὐξ. τόδ’ ἐστὶ παντὶ δοξάσαι Αἰσχύλ. Χο. 170, πρβλ. Δίωνα Κ. 40
    6 KB (383 words) - 22:50, 9 January 2019
  • το, Ν συμβάλλω διαβολή, ραδιουργία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο το, Ν συμβάλλω διαβολή, ραδιουργία
    205 bytes (28 words) - 12:35, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. fideicommissum < fides, -ei «πίστη» + committo «συνάπτω, συμβάλλω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    423 bytes (24 words) - 13:00, 29 September 2017
  • παρέχω («ὁ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εὶς βρῶσιν») αρχ. συμβάλλω στην ύπαρξη και στην καλή λειτουργία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    634 bytes (51 words) - 06:33, 29 September 2017
  • Ν 1. προσθέτω τσόντα 2. μτφ. συμβάλλω στην συμπλήρωση ενός χρηματικού ποσού («πρέπει να τσοντάρουμε όλοι για να μάς φτάσουν τα χρήματα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν
    435 bytes (34 words) - 12:54, 29 September 2017
  • φήμας καὶ συμβόλους τε καὶ μάντεις, u. oben σύμβολον. σύμβολος: -ον, (συμβάλλω) ὁ κατὰ τύχην συναντῶν, (ἀλλ’ ὁ Valck. διώρθωσε ξυμβολοῦσιν, ἀντὶ -οισιν)
    4 KB (328 words) - 14:18, 14 January 2019
  • τέσσερα μερτικά») 3. φρ. «βάνω το μερτικό μου» ή «έχω το μερτικό μου» — συμβάλλω, βοηθώ νεοελλ. 1. φρ. «με έχει για μισό μερτικό» — μέ θεωρεί ανάξιο 2.
    3 KB (247 words) - 15:25, 15 January 2019
  • contrat; III. contribution d’argent ; pique-nique. Étymologie: συμβάλλω. η, ΝΜΑ συμβάλλω 1. (για δρόμους, ποταμούς, αρτηρίες, νεύρα, αγωγούς) το σημείο
    21 KB (1,727 words) - 01:20, 10 January 2019
  • παρὰ Σουΐδ. ἐν λ. ή, όν : comparable. Étymologie: συμβάλλω. -ή, -ό / συμβλητός, -ή, -όν, ΝΑ συμβάλλω αυτός που αποτελείται από πολλά συμβλήματα, από πολλά
    5 KB (355 words) - 01:20, 10 January 2019
  • comparer avec, τινι; 2 qu’on ne peut conjecturer ou comprendre. Étymologie: ἀ, συμβάλλω. -ον • Alolema(s): ἀξύμ- S.Tr.694 I mal comparado, mal calibrado de
    6 KB (474 words) - 20:05, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)