Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συνήθης" on this wiki. See also the other search results found.

  • conceived, Phld.Oec.p.29 J. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works συνήθης: -ες, γεν. εος, συνῃρ. ους, γεν. πληθ. συνηθέων, συνῃρ. συνήθων (Ἀρκάδ.
    14 KB (1,212 words) - 19:40, 7 July 2020
  • ΝΜΑ επίρρ. βλ. συνήθης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συνήθως = (see also: συνήθης) customarily,
    204 bytes (45 words) - 09:32, 4 July 2020
  • customary: P. and V. συνήθης, εἰωθώς, νόμιμος, εἰθισμένος, ἠθάς (Dem. 605), P. σύντροφος, Ar. and P. νομιζόμενος. accustomed to: P. συνήθης (dat.), V. ἠθάς
    474 bytes (42 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. φίλος, ὁ. acquaintance: use adj., P. γνώριμος, ὁ, συνήθης, ὁ, οἰκεῖος, ὁ, ἐπιτήδειος, ὁ. companion: see companion. friend made in war: V. δορύξενος
    676 bytes (70 words) - 09:16, 20 May 2020
  • αυλής) το εκτεθειμένο στον ήλιο, το στραμμένο προς την ανατολή», που είναι η συνήθης ετυμολογία της λ.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1,010 bytes (79 words) - 06:34, 29 September 2017
  • P. and V. κοινός, Ar. and P. δημόσιος; see public. customary: P. and V. συνήθης, εἰωθώς, νόμιμος, εἰθισμένος, ἠθάς, P. σύντροφος, Ar. and V. νομιζόμενος
    2 KB (190 words) - 08:33, 5 June 2020
  • V. δαίμων, ὁ or ἡ, P. δαιμόνιον, τό. intimate: P. οἰκεῖος, γνώριμος, συνήθης. be on familiar terms with (a person): P. χρῆσθαι (dat.), γνωρίμως ἔχειν
    2 KB (153 words) - 08:50, 20 May 2020
  • P. and V. συνήθης, εἰωθώς, νόμιμος, εἰθισμένος, ἠθάς (Dem. 605), P. σύντροφος, Ar. and P. νομιζόμενος. it is usual: P. and V. νομίζεται. such things as
    625 bytes (66 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. συνήθης, εἰωθώς, νόμιμος, εἰθισμένος, ἡθάς (Dem. 605), P. σύντροφος, Ar. and P. νομιζόμενος. it is customary: P. and V. νομίζεται; see usual
    459 bytes (42 words) - 09:16, 20 May 2020
  • vulgaire. Étymologie: συνήθης. from a compound of σύν and ἦθος; mutual habituation, i.e. usage: custom. συνηθείας, ἡ (συνήθης, and this from σύν and
    18 KB (1,570 words) - 14:10, 4 July 2020
  • P. οἰκεῖος, γνώριμος. συνήθης. be intimate with: P. γνωρίμως ἔχειν (dat.), συνήθως ἔχειν (dat.), χρῆσθαι (dat.). Use adj. hint: P. παραδηλοῦν, ὑποσημαίνειν;
    490 bytes (42 words) - 08:55, 20 May 2020
  • ordinary, customary: P. and V. νόμιμος, συνήθης, ἠθάς (Dem. 605), εἰωθώς, εἰθισμένος, P. σύντροφος, Ar. and P. νομιζόμενος. regular meeting of the Assembly:
    1 KB (88 words) - 08:52, 20 May 2020
  • πάγκοινος. public: P. and V. κοινός, Ar. and P. δημόσιος. customary: P. and V. συνήθης, εἰωθώς, νόμιμος, εἰθισμένος, ἠθάς, P. σύντροφος, Ar. and P. νομιζόμενος
    3 KB (278 words) - 09:15, 20 May 2020
  • -αρχ. το ουδ. ως ουσ. το τυχαίο συμβάν, το τυχαίο γεγονός μσν. κοινός, συνήθης, συνηθισμένος. επίρρ... τυχαίως ΝΜΑ, και τυχαία Ν κατά τύχην, κατά τρόπο
    2 KB (117 words) - 12:48, 29 September 2017
  • customary: P. and V. συνήθης, νόμιμος. εἰωθώς, εἰθισμένος, ἠθάς (Dem. 605), P. σύντροφος, Ar. and V. νομιζόμενος. ordinary meeting of the Assembly: Ar
    1 KB (105 words) - 09:16, 20 May 2020
  • πυριτικών, ανθρακικών, θειικών και νιτρικών αλάτων και του οποίου η πιο συνήθης ένωση είναι το χλωριούχο νάτριο, το κοινό αλάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεολατ. natrium
    1 KB (95 words) - 12:01, 29 September 2017
  • μεταξύ τους 3. «λόγοι εἰρήνης» — συμφιλιωτικοί λόγοι 4. «εἰς ὁδὸν εἰρήνης» — συνήθης ευχή αποχαιρετισμού εκ μέρους επισκόπου, ηγουμένου, πρωθιερέα κ.λπ. προς
    4 KB (128 words) - 07:06, 29 September 2017
  • οἰκειότης, ἡ, συνήθεια, ἡ, χρεία, ἡ. γνώρισις, ἡ (Plato). friend: use adj., P. συνήθης, γνώριμος, ἐπιτήδειος, οἰκεῖος; see friend. acquaintance with, experience
    537 bytes (51 words) - 08:54, 20 May 2020
  • συγκεκριμένη ποινή για ένα ορισμένο παράπτωμα. Με αυτήν τη σημασία η λ. έγινε συνήθης (περισσότερο από το αρχ. αίτιος) και παρέμεινε μέχρι σήμερα]. Αναζήτηση
    2 KB (150 words) - 11:10, 14 January 2019
  • συλλογισμού και κυρίως η μείζων νεοελλ. 1. (στη λεξικογραφία) ο αρχικός ή ο πιο συνήθης τύπος λέξης, στον οποίο υπάγονται και άλλοι τύποι της ίδιας λέξης και γενικά
    2 KB (169 words) - 07:32, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)