Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συναρμογή" on this wiki. See also the other search results found.

  • συναρμολόγηση, συνάρμοση 3. φρ. α) «συναρμογή με επικάλυψη» τεχνολ. (σχετικά με μέλη μεταλλικών κατασκευών από μορφοσίδηρο) συναρμογή κατά την οποία τα ελάσματα
    4 KB (239 words) - 13:21, 1 January 2019
  • η (AM ἄρθρωσις) αρθρώνω σφιχτή σύνδεση, συναρμογή των μερών συνόλου νεοελλ. 1. συναρμογή των οστών για σχηματισμό του σκελετού, κλείδωση 2. συνένωση φθόγγων
    468 bytes (39 words) - 06:58, 29 September 2017
  • η 1. τοποθέτηση και συναρμογή μηχανών, διατάξεων κ.λπ. σε ορισμένο χώρο («εγκατάσταση μηχανημάτων») 2. μόνιμη διαμονή σ' έναν τόπο. Αναζήτηση σε: Google
    294 bytes (29 words) - 07:05, 29 September 2017
  • η (Α ἐφαρμογή) εφαρμόζω προσαρμογή, συναρμογή, ακριβής τοποθέτηση κάποιου σώματος ή αντικειμένου πάνω σε ένα άλλο («ὁ κανὼν ἀπευθύνει τὰ λοιπὰ τῇ πρὸς
    2 KB (111 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ο (AM ἁρμός) 1. η συναρμογή δύο αντικειμένων 2. η άρθρωση ή η κλείδωση των οστών νεοελλ. 1. ρωγμή, χαραμάδα 2. κορυφή βουνού ή λόφου αρχ. το μάνταλο της
    400 bytes (39 words) - 06:58, 29 September 2017
  • τμημάτων για τη συγκρότηση ενός αρμονικού και ενιαίου συνόλου 2. τεχνολ. η συναρμογή. [ΕΤΥΜΟΛ. < συναρμολογώ. Η λ., στον λόγιο τ. συναρμολόγησις, μαρτυρείται
    1 KB (94 words) - 12:37, 29 September 2017
  • αρθρώσεις 3. συνεκδ. κάθε μέλος του σώματος 4. μτφ. η διάρθρωση της σκέψης, η συναρμογή. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρ- του ρ. αραρίσκω και το πρόσφυμα θρο- (βλ. Frisk 138, Schwyzer
    2 KB (171 words) - 06:23, 29 September 2017
  • («το δάγκωμα του ποντικού απ' τη φάκα») 3. (για ξύλα, μέταλλα, λίθους) η συναρμογή με την τοποθέτηση τών εξοχών του ενός στις εσοχές του άλλου μσν. 1. κλεψιά
    1 KB (92 words) - 07:02, 29 September 2017
  • η (AM διάρθρωσις, -εως) 1. η συναρμογή τών μελών του σώματος 2. κλείδωση, άρθρωση του σώματος 3. (για φωνή) ευκρινής άρθρωση, καθαρή προφορά νεοελλ. 1
    690 bytes (54 words) - 06:27, 29 September 2017
  • τμημάτων ενός αντικειμένου σε ένα αρμονικό και ενιαίο σύνολο, συναρμολόγηση, συναρμογή 2. ανατ. γενική ονομασία τών αρθρώσεων μέσα στις οποίες δεν υπάρχει υγρό
    5 KB (389 words) - 12:38, 29 September 2017
  • συναρτήσεις αρχ. 1. συμπλοκή, συνδυασμός λέξεων 2. (σχετικά με μηχανήματα) συναρμογή 3. (λογ.) α) το αναγκαίο αποτέλεσμα β) (για όρους υποθετικών προτάσεων)
    5 KB (334 words) - 12:38, 29 September 2017
  • βαρελιού») 10. το φράγμα για τη συγκράτηση τών νερών ποταμού ή ρυακιού 11. συναρμογή τών δοκών της στέγης 12. μαγικός κατάδεσμος για να προκληθεί σεξουαλική
    3 KB (214 words) - 07:03, 29 September 2017
  • η / πήξις, -εως,και ιων. -ιος, ΝΜΑ πήγνυμι 1. η σύμπηξη, η συνένωση, η συναρμογή, κυρίως ξύλινων κομματιών 2. το μπήξιμο, το χώσιμο πασσάλων στη γη 3. η
    2 KB (132 words) - 12:17, 29 September 2017
  • αναρριχήσεων σε υπερκείμενα κατακόρυφα ή διαγώνια όργανα αρχ. 1. συνοχή ή συναρμογή τών μερών ενός σώματος μεταξύ τους 2. το κρέμασμα ενός βάρους. Αναζήτηση
    2 KB (187 words) - 07:09, 29 September 2017
  • υπάρχει ενδιάμεσο κενό («τῆς φάλαγγος ἡ σύγκλεισις», Αρρ.) νεοελλ. ανατ. η συναρμογή τών οδόντων η οποία εκφράζεται με τη σχέση εφαρμογής τών φυμάτων και τών
    2 KB (156 words) - 12:35, 29 September 2017
  • η (AM δέσις) δω 1. το δέσιμο, η σύνδεση 2. δέσμευση 3. συναρμογή, συγκόλληση πολύτιμου λίθου σε κόσμημα 4. πλοκή, σύνδεση δραματικού έργου μσν.- νεοελλ
    766 bytes (59 words) - 07:03, 29 September 2017
  • πρωτογενή σχηματισμό από αρε -) ή το αραρίσκω (οπότε αρετή θα σήμαινε «συναρμογή»). Στον Όμηρο η λ. αρετή αναφέρεται κυρίως στους πολεμιστές και δηλώνει
    7 KB (411 words) - 10:50, 23 December 2018
  • η / σύμπηξις, -ήξεως, ΝΑ συμπήγνυμι σύνθεση, συναρμογή νεοελλ. ίδρυση, συγκρότηση, διοργάνωση («σύμπηξη εταιρείας») αρχ. 1. προσαρμογή, συμφωνία («τοιαύτην
    2 KB (120 words) - 12:36, 29 September 2017
  • με διάφορες μεθόδους μσν. διατήρηση («ἐλαιῶν σύνθεσις», Γεωπ.) αρχ. 1. συναρμογή, αρμός («εἰσὶ δ' αἱ μὲν ὀφρύες ἐπὶ συνθέσει ὀστῶν», Αριστοτ.) 2. γραμμ
    9 KB (705 words) - 12:43, 29 September 2017
  • γάμο, γάμος, παντρειά, πάντρεμα 2. (για πράγμ.) στενή σύνδεση, συνένωση, συναρμογή νεοελλ. 1. βιολ. συνάντηση και σεξουαλική επαφή μεταξύ δύο ατόμων διαφορετικού
    4 KB (312 words) - 12:33, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)