Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συνδέομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συνδέομαι: αποθ., παρακαλώ, επαιτώ από κοινού, τινος, κάτι από κάποιον, σε Δημ. συνδέομαι: I вместе просить: σ. τινι Plat
    3 KB (242 words) - 14:00, 31 January 2019
  • Αριστοφ.) 2. παθ. συγκολλῶμαι, -άομαι α) (για πληγή) επουλώνομαι β) μτφ. συνδέομαι φιλικά με κάποιον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (138 words) - 12:35, 29 September 2017
  • («περὶ δ’ αὖ τῆς ἐκδόσεως, ἐπικοινωνήσαντες τῷ Ξούθῳ», Δημοσθ.) νεοελλ. συνδέομαι ψυχικά, πνευματικά μσν.- νεοελλ. συγκοινωνώ «το δωμάτιό μου δεν επικοινωνεί
    898 bytes (69 words) - 07:11, 29 September 2017
  • συνέρχομαι, συνουσιάζομαι, ζευγαρώνω 4. παντρεύομαι 5. συναναστρέφομαι 6. συνδέομαι φιλικά 7. συγκρούομαι («ὡς ἀετοὶ πετάμενοι ἑνώθησαν οἱ δύο», Διγ.) 8. (μτβ
    3 KB (229 words) - 06:33, 29 September 2017
  • συμμαχῶ, -έω, ΝΜΑ σύμμαχος συνδέομαι με συμμαχικούς δεσμούς, είμαι σύμμαχος νεοελλ. μτφ. συνεργάζομαι με άλλους στη διεξαγωγή κοινού αγώνα εναντίον τρίτου
    2 KB (124 words) - 12:36, 29 September 2017
  • κάποιον 3. συγκατανεύω, συμφωνώ με κάποιον 4. συγκοινωνώ, συνάπτομαι, συνδέομαι 5. αποτελώ κοινότητα 6. δίνω μερίδιο 7. παθ. ενώνομαι με κάτι, συνενώνομαι
    2 KB (111 words) - 07:24, 29 September 2017
  • β) εξαρτώμαι από κάτι αρχ. 1. έχω το ίδιο φρόνημα, συμφωνώ 2. παθ. α) συνδέομαι πολύ στενά με κάτι, έχω συναρμογή («ἡ ἄνω γνάθος... συνήρτηται τῇ κεφαλῇ
    3 KB (240 words) - 12:38, 29 September 2017
  • κάποιον» — ανήκω σε κάποιον θ) «ἔχω μοῑρα εἰς (ή σὲ) κάποιον» — σχετίζομαι, συνδέομαι, είμαι οικείος με κάποιον 1) «λαμβάνω θανατηφόρον μοῑραν» — θανατώνομαι
    11 KB (844 words) - 12:45, 15 February 2019
  • γενομένη, διεξαχθεῖσα, Θουκ. 5. 74. 3) ἔρχομαι ἐπὶ τὸ αὐτό, συνενοῦμαι ἢ συνδέομαι, φίλος φίλῳ εἰς ἓν σ. Εὐρ. Φοίν. 462· δύο οἰκίαι σ. εἰς ταὐτὸν Πλάτ. Χαρμίδ
    28 KB (2,679 words) - 14:35, 3 October 2019
  • ἀδελφίζω (Α) ἀδελφός 1. κάνω ή καλώ κάποιον αδελφό μου 2. συνδέομαι με αδελφική φιλία 3. παθ. μοιάζω πολύ με κάτι ή κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀδελφός. ΠΑΡ αρχ
    532 bytes (39 words) - 06:33, 29 September 2017
  • συγκλώθομαι α) συνδέομαι με συρραφή, κλώθομαι μαζί με κάτι άλλο β) (για γεγονότα) είμαι συνυφασμένος με κάτι γ) (για πρόσ.) συνδέομαι με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ
    3 KB (200 words) - 12:36, 29 September 2017
  • πέπλοις)· εἰ ἐπίπεδον εἴη τὸ συνδεόμενον Τίμ. Λοκρ. 99A, Θεμίστρ. 59A. 2) συνδέομαι ἀμοιβαίως μετ’ ἄλλων, ἀποτελῶ σύνδεσμον ἢ ἕνωσιν, Πλάτ. Πολιτ. 310Β.
    16 KB (1,369 words) - 14:34, 3 October 2019
  • 1. γραμμ. συντάσσω με άρθρο 2. (μέσ. και παθ.) συναρθροῡμαι, -όομαι α) συνδέομαι με άρθρωση («τὸ ἄνω πέρας τοῡ στέρνου τῇ πρώτῃ ἀεὶ συναρθροῡται πλευρᾷ»
    2 KB (136 words) - 12:38, 29 September 2017
  • πρόσωπο) συσπώ 12. δείχνω, εκδηλώνω 13. δοκιμάζω, εξετάζω 14. (το μέσ.) α) συνδέομαι με φιλικές ή συμμαχικές σχέσεις («καὶ εἰ ξυστῶσιν αἱ πόλεις φοβηθεῑσαι»
    6 KB (441 words) - 11:25, 14 January 2019
  • αλληλάδελφος συνδέομαι με στενή, αδελφική αγάπη, αδερφώνομαι με άλλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    163 bytes (18 words) - 06:50, 29 September 2017
  • κουμπαριά κάνω κουμπαριά με κάποιον, συνδέομαι με κουμπαριά, γίνομαι παράνυμφος ή ανάδοχος κάποιου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    237 bytes (22 words) - 07:25, 29 September 2017
  • κοληγιά συνδέομαι με κάποιον κάνοντας κοληγιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    120 bytes (15 words) - 06:40, 29 September 2017
  • κάποιον οικείο σε μένα, τον κάνω φίλο μου 4. (παθ) α) συνάπτομαι, ενώνομαι, συνδέομαι ισχυρά με κάτι («τὰς ἁρμονίας ἀναγκάζουσιν οἰκειοῡσθαι ταῑς ψυχαῑς τῶν
    2 KB (140 words) - 12:07, 29 September 2017
  • -άομαι, Α συνάπτομαι, συνδέομαι με πόρπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + πορπῶ (< πόρπη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    647 bytes (38 words) - 12:36, 29 September 2017
  • -άομαι, Α [[ἀναρτῶ, -ῶμαι]] 1. συνάπτομαι, συνδέομαι στενά 2. κρεμιέμαι μαζί. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    387 bytes (40 words) - 12:37, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)