Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συνοδοιπόρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • gr | Κάτο συνοδοιπόρος: ὁ, συνταξιδιώτης, συνοδοιπόρος, σε Ξεν., Λουκ. συνοδοιπόρος: ὁ и ἡ спутник или попутчик Xen., Luc. συνοδοιπόρος -ον [σύν, ὁδοιπόρος]
    2 KB (138 words) - 09:34, 23 May 2021
  • ο, η (Α ὀπαδός, ιων. τ. ὀπηδός) αυτός που συμπορεύεται, συνοδοιπόρος, ακόλουθος νεοελλ. αυτός που αποδέχεται και ακολουθεί τις πολιτικές ή κοινωνικές ή
    991 bytes (71 words) - 12:10, 29 September 2017
  • από εχθρικές ενέργειες, αλλ. πλοίο συνοδείας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. σύνοδος «συνοδοιπόρος, σύντροφος» με καταβιβασμό του τόνου]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    941 bytes (71 words) - 12:43, 29 September 2017
  • b; ὕδατος, 61 a. = συνοδοιπόρος, Reisegefährte; ναῦς ζωῆς καὶ θανάτου σύνοδος Antiphil. 42 (VII, 635). σύνοδος: ὁ, ἡ, = συνοδοιπόρος, Ἀνθ. Π. 7. 635, πρβλ
    23 KB (1,828 words) - 09:12, 27 March 2021
  • ὁμέμπορος, ὁ (ΑΜ) συνοδοιπόρος, συνταξιδιώτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + ἔμπορος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    296 bytes (18 words) - 12:08, 29 September 2017
  • ὁμοκέλευθος, -ον (Α) αυτός που βαδίζει στον ίδιο δρόμο, συνταξιδιώτης, συνοδοιπόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + κέλευθος «οδός»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    382 bytes (25 words) - 12:09, 29 September 2017
  • συν-οδοίπορος, ὁ, a fellow-traveller, Xen., Luc.
    96 bytes (8 words) - 01:45, 10 January 2019
  • συνοδοιπορῶ, -έω, ΝΜΑ συνοδοιπόρος ακολουθώ την ίδια πορεία με κάποιον, συμβαδίζω με κάποιον. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    212 bytes (22 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Αἰσχύλ. Ἀγ. 201, Σοφ. Ο. Τ. 292, Ἀριστοφ. Ἀχ. 205· - ἀλλ’ ἐν Ἰλ. Ω. 375, συνοδοιπόρος ἢ ὁδηγός. - Ἡ δευτέρα συλλαβὴ ἐμηκύνθη ὡς ἐν τοῖς ὁδοιπλανέω, ὀλοοίτροχος
    4 KB (316 words) - 16:40, 1 January 2021
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σύμπορος: -ον, ὁ συνοδεύων τινά, συνοδοιπόρος, «τὸ σιγῶντο ἕπεσθαι δαιμόνιόν ἐστι, καὶ γὰρ τὸν ἀγαθὸν δαίμονα σύμπορον
    1 KB (86 words) - 12:10, 31 December 2020
  • 82 (VII, 413); vgl. noch Antiphil. 1 (IX, 415.) συνέμπορος: ὁ, ἡ, συνοδοιπόρος, συνταξιδιώτης, σύντροφος, θεράπων ἢ ἀκόλουθος, Αἰσχύλ. Χο. 208, 713
    5 KB (455 words) - 12:19, 20 April 2021
  • ἀποδεχόμενοι ὡς ἔγκυρον τὴν ἐν Χαλκηδόνι Σύνοδον καλούμενοι καὶ συνοδικοί. ΙΙ. συνοδοιπόρος, συνταξιδιώτης, συνοδῖτα Ἐπιτάφ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. (προσθῆκ.) 2264r
    4 KB (318 words) - 12:46, 9 February 2021
  • 125· σ. γενέσθαι τινὶ Ξεν. Κύρ. 3. 2, 29· μετὰ γεν. πράγμ., σ. ὁδοῦ, συνοδοιπόρος, Σοφ. Ο. Τ. 116· συμπράκτορες τῆς αἰτίας, περιλαμβανόμενοι ὡς συνεργοὶ
    3 KB (265 words) - 12:29, 20 April 2021
  • Authors & Works ας (ἡ) : voyage fait de compagnie. Étymologie: συνοδοιπόρος. η, ΝΜΑ συνοδοιπόρος κοινή οδοιπορία, συμπόρευση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (70 words) - 11:00, 31 December 2020
  • Α (κατά τον Ησύχ.) «σύνοδος συνοδοιπόρος». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δ. γρφ. αντί σύνοδος (II) «σύντροφος, συνοδοιπόρος»]. * Αναζήτηση σε: Google |
    449 bytes (32 words) - 12:56, 29 September 2017
  • -ον, Α σύμπορος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δ. γρφ. αντί σύμπορος «συνοδοιπόρος»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    230 bytes (21 words) - 12:56, 29 September 2017
  • δὲ πεῖραν τήνδ’ ἐμώρανεν τάλας; Αἰσχύλ. Πέρσ. 719. ΙΙ. ὁ κατὰ θάλασσαν συνοδοιπόρος, σύντροφος, συνταξειδιώτης, ναύτην ἄγειν τινὰ Σοφ. Φ. 901· μεταφορ.,
    7 KB (628 words) - 16:00, 30 December 2020
  • Βάβρ. 110· ― συνοδοιπόρος, ὁ, ὁ ὁμοῦ ὁδοιπορῶν, Ξεν. Ἀπομν. 2. 2, 12, Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 27. 7. -ῶ : faire route avec. Étymologie: συνοδοιπόρος. συνοδοιπορέω:
    2 KB (105 words) - 10:56, 31 December 2020
  • (I) ὁμόσφυρος, -ον (Α) 1. αυτός που περπατά συντροφιά με κάποιον, συνοδοιπόρος 2. (κατά τον Ησύχ.) «ὁμόσφυρος ἀδελφή» 3. (κατά το Μέγα Ετυμολογικόν) «ὁμόσφυρος
    1 KB (83 words) - 20:25, 26 March 2021
  • ὀπαδόν (N. 3.8) ο, η (Α ὀπαδός, ιων. τ. ὀπηδός) αυτός που συμπορεύεται, συνοδοιπόρος, ακόλουθος νεοελλ. αυτός που αποδέχεται και ακολουθεί τις πολιτικές ή
    5 KB (461 words) - 13:10, 20 April 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)