Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συνουσιαστής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συνουσιαστής: -οῦ, ὁ, σύντροφος, εταίρος, οπαδός, σε Ξεν. συνουσιαστής: οῦ ὁ 1) собеседник, сотоварищ Plat.; 2)
    2 KB (166 words) - 01:35, 10 January 2019
  • heißt Od. 19, 179 Διὸς μεγάλου ὀαριστής; Plat. Minos 319 d sagt ὀαριστὴς συνουσιαστής ἐστιν ἐν λόγοις. S. auch Timon bei Plut. Num. 8, Schwätzer. ὀᾰριστής:
    2 KB (170 words) - 04:20, 10 January 2019
  • συνουσιωτής: -οῦ, ὁ, = συνουσιαστής, Θεοφύλ. ὁ, Μ συνουσιοῡμαι μαθητής ή οπαδός κάποιου («τοῑς Χριστοῡ... συνουσιώταις», Θεοφύλ. Βούλγ.). Αναζήτηση
    306 bytes (26 words) - 12:49, 29 September 2017
  • zusammensein bzw. Macht haben (seit IVa; οὐσιάζω nur PMag. Lond.), wovon u.a. συνουσιαστής m. (Pl., X. u.a.), -αστικός (Ar. usw.); οὐσιόω, -όομαι ‘mit Substanz
    25 KB (2,148 words) - 14:15, 3 October 2019
  • libertin. Étymologie: συνουσιάζω. -ή, -ό / συνουσιαστικός, -ή, -όν, ΝΜΑ συνουσιαστής αφροδισιακός αρχ. 1. κοινωνικός 2. ο ικανός στο να κρατά σχέσεις με κάποιον
    3 KB (182 words) - 01:45, 10 January 2019
  • αυτός που του αρέσει η συνουσία, η σαρκική επαφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + συνουσιαστής (< συνουσιάζω / -ομαι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (54 words) - 12:55, 29 September 2017
  • metgezel = σύνειμι, συνέμπορος, συνέταιρος, συνουσιαστής Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN |
    120 bytes (35 words) - 18:20, 9 January 2019
  • leerling = κατηχέω, παίδευμα, συνουσιαστής, τρόφιμος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This
    112 bytes (35 words) - 18:00, 9 January 2019
  • слушатель = γνώριμος, θεατής, θεητής, ἀκροατής, ὀμιλητής, ἀκουστής, συνουσιαστής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    175 bytes (43 words) - 09:40, 14 October 2019
  • собеседник = λέσχης, συνουσιαστής, ὀαριστής Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    89 bytes (39 words) - 22:25, 13 October 2019
  • ученик = γνώριμος, Πλατωνικός, ἀκροατής, ὀμιλητής, συνουσιαστής, θιασώτης, μαθητής, Ἡρακλείτειος, Χρυσίππειος, λεσχηνώτης, φοιτητής, θεράπων Look up
    311 bytes (48 words) - 18:35, 18 October 2019
  • сотоварищ = συνέστιος, πάρεδρος, συνεπιθυμητής, συνέμπορος, συνουσιαστής, ὀαριστής, συνοίκουρος, σύσκηνος, συμβιωτής, σύζυξ, συνέταιρος, ὁμέψιος, συμπράκτωρ
    517 bytes (56 words) - 18:35, 18 October 2019
  • παρ-, συν-ουσία etc. from ἀπ-ών etc.; from there e. g. συνουσιάζω with συνουσιαστής, -αστικός a. o. Origin: IE [Indo-European] [340] *h₁es- to be Etymology:
    3 KB (224 words) - 00:34, 3 January 2019
  • ἀπ-, ἐξ-, παρ-, συνουσία usw. von ἀπών usw.; davon z. B. συνουσιάζω mit συνουσιαστής, -αστικός u. a. m. Etymology : Altes athematisches Wurzelpräsens mit
    229 KB (29,861 words) - 13:28, 3 October 2019