Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συσκέπτομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συσκέπτομαι: вместе рассматривать, сообща исследовать Plat.
    1 KB (67 words) - 13:56, 31 December 2018
  • η / σύσκεψις, -έψεως, ΝΑ συσκέπτομαι 1. ανταλλαγή απόψεων μεταξύ προσώπων που παρακάθηνται στον ίδιο χώρο για λήψη κοινών αποφάσεων 2. συμβούλιο. Αναζήτηση
    329 bytes (30 words) - 12:44, 29 September 2017
  • σε κάτι («τὸ ἄλλῳ τῆς γεννητικῆς... δυνάμεως μεταδεδωκός», Πρόκλ.) 2. συσκέπτομαι με κάποιον για κάτι («μεταδοῡναι τοῑς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων»
    4 KB (263 words) - 16:51, 6 December 2018
  • κοινολογοῦμαι, -έομαι (με δοτ. ή περί + γεν.) συνομιλώ με κάποιον, συζητώ, συσκέπτομαι, ζητώ τη γνώμη κάποιου (α. «τῶν Συρακοσίων τινές,... οἱ μὲν δείσαντες
    1 KB (84 words) - 07:24, 29 September 2017
  • α) «μεταθέτω νοῡν» — χάνω τα λογικά μου β) «συμβουλήν μετατίθημι» — συσκέπτομαι μσν.-αρχ. μεταβάλλω, τροποποιώ («ἐπὶ γαρ ὑός τε καὶ ὄνου τὰς ἐπωνυμίας
    4 KB (281 words) - 12:40, 15 February 2019
  • μνημονεύω συγχρόνως αρχ. 1. μέσ. συμφράζομαι α) συλλογίζομαι, διαλογίζομαι β) συσκέπτομαι με κάποιον για την εξεύρεση ενός σχεδίου γ) συνεκδ. επινοώ, μηχανώμαι
    4 KB (263 words) - 12:36, 29 September 2017
  • 64. 13. 2) συνέρχομαι ἐν συνεδρίῳ, συσκέπτομαι, ὑπέρ τινος Δημ. 133. 7, πρβλ. Πολύβ. 2. 26, 4· σ. τινί, συσκέπτομαι, λαμβάνω μέρος εἰς συζήτησιν, Ἀριστ
    8 KB (610 words) - 11:10, 10 January 2019
  • σκοτώνω πολλούς, σκορπίζω τον θάνατο στ) «κάνω βουλή» ή «βουλ(η)τά» — συσκέπτομαι, αποφασίζω ζ) «κάνω δίκαιο» ή «κάνω δικαιοσύνη» — ασκώ, απονέμω δικαιοσύνη
    27 KB (2,092 words) - 12:30, 15 February 2019
  • κοινοβουλῶ, -έω (Α) κοινόβουλος συσκέπτομαι για κάτι, αποφασίζω από κοινού με άλλους («ὅπως ἀεὶ συνόντες μᾱλλον καὶ κοινοβουλῶσιν, ἤν τι δέωνται», Ξεν
    331 bytes (31 words) - 07:24, 29 September 2017
  • διά, βουλεύομαι. (AM διαβουλεύομαι) 1. συσκέπτομαι με άλλους και ανταλλάσσω γνώμες 2. διαλογίζομαι, συσκέπτομαι 3. μηχανώμαι, ραδιουργώ αρχ. 1. διαβουλεύω
    2 KB (119 words) - 20:52, 9 January 2019
  • -άομαι, Α (επικ. τ.) συσκέπτομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + μητιῶ «σκέπτομαι, σχεδιάζω, επινοώ» (< μῆτις «φρόνηση, ευφυΐα»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    835 bytes (46 words) - 12:36, 29 September 2017
  • -άω, Ν σύμβουλος (στον Ερωτόκρ.) συσκέπτομαι («κάθου με το βασιλιό να συμβουλάτ' ομάδι»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    405 bytes (44 words) - 12:36, 29 September 2017
  • -έομαι, Α διανοοῡμαι στοχάζομαι μαζί ή ταυτόχρονα με άλλον, συσκέπτομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    341 bytes (38 words) - 12:38, 29 September 2017
  • wie Hierocl. bei Stob. Flor. 67, 24. ΝΜΑ διασκέπτομαι από κοινού, συσκέπτομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + διασκέπτομαι «μελετώ με προσοχή»]. Αναζήτηση σε: Google
    765 bytes (54 words) - 13:24, 1 January 2019
  • betrachten, Plat. Phaed. 89 a Lach. 197 e, nur praes. u. impf. Vgl. συσκέπτομαι. συσκοπέω: θεωρῶ, ἐξετάζω, παρατηρῶ μετά τινος ἢ ὁμοῦ, συνεξετάζω, τὸν
    2 KB (132 words) - 01:42, 10 January 2019
  • Jude 1:9. (AM διαλέγομαι) συνομιλώ, συνδιαλέγομαι, συζητώ αρχ. 1. συσκέπτομαι 2. διαπραγματεύομαι 3. μιλώ δημόσια 4. συναστρέφομαι 5. σκέπτομαι, διαλογίζομαι
    5 KB (541 words) - 13:25, 3 October 2019
  • καταβουλεύομαι (Μ) συσκέπτομαι, αποφασίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + βουλεύομαι «αποφασίζω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    323 bytes (18 words) - 07:21, 29 September 2017
  • μάλιστα ἐπὶ πολλῶν συγκαθημένων ὅπως συσκεφθῶσι περί τινος, συνέρχομαι, συσκέπτομαι, ἐν ἐκκλησιᾳ, συνεδριάζω, ἐν τῇ Πυκνὶ Ἀριστοφ. Σφ. 32· ἐν συνεδρίῳ Ξεν
    7 KB (617 words) - 14:32, 3 October 2019
  • παθ. σημας., Λυσ. 114. 36)· πρβλ. προδιαλέγω. Συνδιαλέγομαι πρός τινα, συσκέπτομαι μετά τινος, συνομιλῶ, μετὰ δοτ. προς., μοι ταῦτα φίλος διελέξατο θυμὸς
    32 KB (3,283 words) - 13:05, 9 January 2019
  • διασκέπτομαι (Α διασκέπτομαι) 1. μελετώ κάτι με προσοχή, εξετάζω διεξοδικά 2. συσκέπτομαι με άλλον ή άλλους για τη λήψη αποφάσεων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    4 KB (366 words) - 15:25, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)