Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σφραγίς" on this wiki. See also the other search results found.

  • Also Schwyzer 465 connects σφραγίς wit σφαραγέομαι, but referring to Lat. bulla. One might then consider, whether σφραγίς owes its name to the burning
    25 KB (2,289 words) - 14:30, 3 October 2019
  • η / σφραγίς, -ίδος, ΝΜΑ, λόγιος τ. σφραγίς Ν, και ιων. τ. σφρηγίς και αιολ. τ. αιτ. σφρᾱγιν Α 1. αντικείμενο από κατεργασμένο λίθο ή από μέταλλο, καουτσούκ
    10 KB (759 words) - 12:49, 29 September 2017
  • κύκλος, ὁ. for the finger: Ar. and P. δακτύλιος, ὁ. signet-ring: P. and V. σφραγίς, ἡ. hoop of a ring: P. and V. σφενδόνη, ἡ. ring of people: P. and V. κύκλος
    1 KB (200 words) - 12:44, 19 August 2019
  • see be undone. subs. (Animal): Ar. φώκη, ἡ. Die for impressing: P. and V. σφραγίς, ἡ. Impression of a seal: V. σφράγισμα, τό, σήμαντρα, τά, σημαντήριον, τό
    2 KB (144 words) - 11:01, 7 August 2017
  • subs. Signet-ring: P. and V. σφραγίς, ἡ; see seal-ring. Look up signet on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    187 bytes (28 words) - 10:03, 21 July 2017
  • [Seite 1052] ἡ, ion. statt σφραγίς, Her. ion. c. σφραγίς; désigne en littérature, le procédé par lequel un auteur signe son œuvre à l’intérieur même
    1 KB (59 words) - 09:08, 1 January 2019
  • Moy. σφραγίζομαι marquer de son sceau, sceller. Étymologie: σφραγίς. sellar from σφραγίς; to stamp (with a signet or private mark) for security or preservation
    24 KB (2,185 words) - 14:39, 3 October 2019
  • τό, ὑποκορ. τοῦ σφραγίς. Ἀριστοφάν. Θεσμ. 427. Θεοφρ. π. Λίθ. 18, κλπ.: πρβλ. θριπήδεστος. ου (τό) : dim. de σφραγίς. τὸ, Α σφραγίς, -ίδος] υποκορ.
    1 KB (83 words) - 09:08, 1 January 2019
  • -η, και -ος, -ο 1. αυτός που έχει δύο κύκλους 2. (φιλοτελ.) «διπλόκυκλος σφραγίς ταχυδρομείου» — σφραγίδα με δύο ομόκεντρους κύκλους. Αναζήτηση σε: Google
    294 bytes (29 words) - 07:04, 29 September 2017
  • κοιλότητα σε δαχτυλίδι για τη στερέωση σφραγιδολίθου, πυελίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σφραγίς, -ίδος + φύλαξ, -ακος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    898 bytes (63 words) - 12:52, 29 September 2017
  • -ίτιδος, ἡ, Μ είδος του πηλού σφραγίς της Λήμνου. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του σφραγίς με κατάλ. -ῖτις (πρβλ. στεφαν-ίτις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    312 bytes (29 words) - 12:56, 29 September 2017
  • τὸ τοῦ ἱματίου σημεῖον, Hsch. (between σφραγίς and σφριαί: perh. for σφρηγίς, cf.    A σφραγίς 11.2). Α (κατά τον Ησύχ.) «τὸ τοῡ ἱματίου σημεῑον». [ΕΤΥΜΟΛ
    810 bytes (41 words) - 12:42, 29 September 2017
  • Étymologie: σφραγίς, ὄνυξ, ἀργός, κομέω. ὁ, Α (στον Αριστοφ.) κωμικό παρωνύμιο άνδρα που επιμελείται πολύ τα νύχια του. [ΕΤΥΜΟΛ. < σφραγίς, -ίδος + ὄνυξ
    3 KB (219 words) - 14:10, 9 January 2019
  • замечательный, восхитительный (ῥοδών Anth.); 3) драгоценный (μαργαρίτης NT; σφραγίς Plut.). πολύ-τῑμος, ον, τιμή very costly, Anth., Babr. 原文音譯:polÚtimoj
    5 KB (405 words) - 14:25, 3 October 2019
  • ον,    A first-moulded as a pattern or model, archetypal, σφραγίς, παράδειγμα, Ph.1.5, al.: Comp. -ώτερος Plot.6.8.14; exemplary, ideal, μαῖα Sor.1.4.
    6 KB (613 words) - 06:44, 31 December 2018
  • .. δακτυλίῳ Numen.26.12 •de la imaginación φαντασία ... ὥσπερ δ. τις ἢ σφραγίς Ph.1.279. II analóg. en rel. c. la forma circular 1 anilla, argolla plu
    15 KB (1,558 words) - 13:20, 3 October 2019
  • η, ον,    A like a raven, raven-black, AB104, Vitr.8.3.14; κ. σφραγίς, remedy for sore throat, Gal.13.826. κοράκῐνος: -η, -ον, ὅμοιος πρὸς κόρακα, μέλας
    1 KB (78 words) - 07:25, 29 September 2017
  • τον Ησύχ.) «περίστροφος ὁ τῆς ὑποσφραγῑδος τόπος». [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + σφραγίς, -ίδος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    371 bytes (25 words) - 12:59, 29 September 2017
  • Ν επίδοση στη συλλογή αποτυπωμάτων ταχυδρομικών σφραγίδων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σφραγίς, -ίδος + -φιλία (< -φίλος < φίλος), πρβλ. θεατρο-φιλία. Αναζήτηση σε: Google
    482 bytes (26 words) - 12:56, 29 September 2017
  • defigurements of σμαραγέω, (ἐρι)-σμάραγος resp. σπαργέω, -άω(?). -- Cf. σφραγίς. σφᾰρᾰγέομαι, only in pres. and imperf.] [from σφάραγος I. Dep., to burst
    7 KB (614 words) - 15:50, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)