Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σχοινιά" on this wiki. See also the other search results found.

  • βοτρύων, ein Traubenkranz, Sp. – Bei Strab. 8, 6, 21 (p. 379) Ummauerung. σχοινιά: ἡ, (σχοῖνος) σωρὸς σχοίνων ἢ βούρλων, «βουρλιά», Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4
    2 KB (147 words) - 12:52, 29 September 2017
  • πληθ. τα σχοινιά (παλαιότερα) όργανο για την κατεργασία ή για το στοίβαγμα του τριχώματος της κατσίκας αποτελούμενο από τρία ή τέσσερα σχοινιά δεμένα στο
    5 KB (386 words) - 11:30, 14 January 2019
  • βασανιστηρίου αυτού αρχ. όργανο τιμωρίας αποτελούμενο από ξύλο και συνεστραμμένα σχοινιά με τα οποία συσφίγγονταν και ακινητοποιούνταν τα πόδια τών εγκληματιών ή
    1 KB (77 words) - 12:43, 29 September 2017
  • κατά την οποία διασταυρώνονται και συνδέονται μεταξύ τους νήματα, ίνες και σχοινιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλέξη + κατάλ. -ιμο (πρβλ. δέσ-ιμο)]. (II) το, Ν κολύμβηση
    1 KB (92 words) - 12:00, 9 January 2019
  • η (AM διάτασις) έκταση, τέντωμα νεοελλ. (για σχοινιά) διάταμα αρχ. 1. ένταση φωνής 2. εξάπλωση 3. διαστολή, διεύρυνση 4. (για φυτά) μεγέθυνση 5. ροπή,
    1 KB (100 words) - 12:25, 15 February 2019
  • πείσματος» — με πεποίθηση. (II) το, ΝΜΑ νεοελλ. ναυτ. καθένα από τα χοντρά σχοινιά για την πρόσδεση ενός σκάφους σε μόνιμο αγκυροβόλιο, κν. ρεμέντζο, σχοινί
    3 KB (209 words) - 11:45, 9 January 2019
  • κ.λπ. 5. είδος πριονιού τών ξυλουργών 6. καμπύλο ξύλο που συγκρατεί τα σχοινιά που ξεκινούν κι από τις δύο πλευρές της ζεύγλης του ζώου που περιστρέφει
    985 bytes (89 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ή περισσότερους κλώνους (πολύκλωνο) 2. ναυτ. στον πληθ. καλώδια όλα τα σχοινιά που χρησιμοποιούνται για τον χειρισμό τών ιστίων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάλως, ὁ «χοντρό
    1 KB (87 words) - 15:20, 15 January 2019
  • ναυτ. τα εξάρτια, τα σχοινιά που είναι δεμένα σε σταθερά σημεία του πλοίου και χρησιμεύουν για τη στήριξη τών ιστών β) τα σχοινιά που συνδέουν τις ακτίνες
    756 bytes (61 words) - 11:59, 29 September 2017
  • να δώσουν άρμα στην πόλη με πλήρη εξάρτυση για δημόσιο σκοπό β) ναυτ. τα σχοινιά της κατώτατης σειράς τών ιστίων πλοίου, αλλ. έκφοροι, κν. μούδες 2. φρ.
    2 KB (161 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ογκώδης δίσκος, περίπου στρογγυλός με 3 ή 4 οπές από τις οποίες διέρχονται σχοινιά, που χρησιμοποιείται στα ιστιοφόρα αντί για τρόχιλο στο τέντωμα ή δέσιμο
    613 bytes (49 words) - 07:21, 29 September 2017
  • μετά το πρώτο ξύρισμα 2. (ως θηλ. ουσ.) η κόντρα α) ονομασία ενός από τα σχοινιά της αρματωσιάς του πλοίου, ιδίως του ιστιοφόρου, κν. μούρα β) συναγωνισμός
    1 KB (116 words) - 12:25, 14 January 2019
  • η το σύνολο τών ιστίων ενός πλοίου, μαζί με τα σχοινιά που φέρουν τα ιστία ή που χρησιμοποιούνται για τον χειρισμό τους, κν. βελάγιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστιοφόρος
    508 bytes (44 words) - 06:37, 29 September 2017
  • με το οποίο εντείνονται τα μόνιμα σχοινιά της εξαρτίας (φελαδούρι) αρχ. μηχάνημα με το οποίο τεντώνονται τα σχοινιά τών καταπελτών. Αναζήτηση σε: Google
    386 bytes (35 words) - 06:30, 29 September 2017
  • γάλα», δημ. δίστιχο) 2. κάθισμα κρεμασμένο από κάπου με δύο αλυσίδες ή σχοινιά στο οποίο κάθεται και αιωρείται κάποιος, αιώρα νεοελλ. 1. φρ. α) (για επίταση
    1 KB (115 words) - 06:40, 29 September 2017
  • σχοινιού ποικίλης χρήσεως πάνω στα πλοία (α. «σάγουλες του γαϊδάρου» — σχοινιά που χρησιμεύουν για τη στερέωση φορτίου β. «σάγουλα της παρκέτας» — το λεπτό
    745 bytes (56 words) - 12:27, 29 September 2017
  • φραγγέλιον, ΝΜΑ, και φραγέλιον και φραγέλλιον ΜΑ μαστίγιο από πλεγμένα σχοινιά ή λουριά (α. «σέ δέρνουν ποια φραγγέλια, καρδιά!», Παλαμ. β. «καὶ ποιήσας
    668 bytes (52 words) - 12:48, 29 September 2017
  • C.).    3 girdle, LXX Je.45(38).11, Ep.Je.43.    4 σχοινίον βοτρύων, = σχοινιά 1, Aristeas 75 codd. (but σχοινιαί is prob. cj.).    II metaph., λύειν σχοινίον
    7 KB (569 words) - 14:35, 3 October 2019
  • οποιασδήποτε μορφής και σχήματος που κρέμεται από δέντρο ή δοκάρια με δύο σχοινιά και επάνω στο οποίο αιωρείται κανείς, κοινώς κούνια, ανεμόκουνια νεοελλ
    1 KB (104 words) - 06:34, 29 September 2017
  • η, Ν πλέγμα από σχοινιά που χρησιμοποιείται στα πλοία, η πλεκτάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. salmastra]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    274 bytes (23 words) - 12:27, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)