Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σύνδεσμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ατράκτων τεμνόμενων αξόνων (α. «σύνδεσμος Όλντχαμ» β. «καρδάνειος σύνδεσμος») στ) «υδραυλικός σύνδεσμος» (μηχανολ.) σύνδεσμος που χρησιμοποιείται ευρύτατα
    20 KB (1,723 words) - 14:35, 3 October 2019
  • (I) (Α ἀλλά) αντιθετικός σύνδεσμος με τον οποίο εισάγεται λέξη, φράση ή πρόταση που εκφράζει αντίθεση, περιορισμό ή διαφορά προς προηγούμενα μέρη του λόγου
    11 KB (864 words) - 11:25, 14 January 2019
  • δικαιολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. το μόριο γιατί < (αρχ. φρ.) διά τι, ενώ ο αιτιολογικός σύνδεσμος γιατί < φρ. για ότι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    969 bytes (80 words) - 12:25, 14 January 2019
  • δικές του λειτουργίες και όργανα προσαρμοσμένα σε μακροπρόθεσμους σκοπούς, σύνδεσμος, εταιρεία, σωματείο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    516 bytes (39 words) - 12:10, 29 September 2017
  • (AM εἴτε, Α και δωρ. τ. αἴτε) (διαζευκτικός σύνδεσμος) 1. χωρίζει α) δυο ισοδύναμα ή αντίθετα νοήματα συχνά ακολουθείται και από άλλο σύνδεσμο) π.χ. και
    2 KB (148 words) - 07:06, 29 September 2017
  • η (Α ἀλληλουχία) ο σύνδεσμος με τα προηγούμενα και τα επόμενα, συνοχή, συνάφεια, επαλληλία νεοελλ. (ειδικά) αιτιώδης σχέση και εξάρτηση, λογική σχέση,
    561 bytes (37 words) - 06:18, 29 September 2017
  • αὐτὴν σχέσιν ἣν τὸ μὴ πρὸς τὸ οὐ), ἐν χρήσει δὲ τὸ μὲν ὡς σύνδεσμος, τὸ δὲ ὡς ἐπίρρ. Α. ὡς σύνδεσμος συνάπτων δύο ὅλας προτάσεις ἢ καὶ κῶλα καὶ συντασσόμενον
    3 KB (330 words) - 10:09, 5 August 2017
  • το (Α ἄρθρον) 1. άρθρωση, σύνδεσμος 2. γραμμ. κλιτὸ μέρος του λόγου που τίθεται πριν από τα πτωτικά νεοελλ. 1. δεσμός δύο σωμάτων 2. άρθρωση δύο οστών
    2 KB (171 words) - 06:23, 29 September 2017
  • «στρογγύλος σύνδεσμος του ισχίου» ανατ. σύνδεσμος μεταξύ κεφαλής και μηριαίου οστού και κοτύλης ε) «στρογγύλος σύνδεσμος του ήπατος» ανατ. σύνδεσμος μεταξύ
    9 KB (589 words) - 12:32, 29 September 2017
  • Fastening: P. and V. δεσμός, ὁ, σύνδεσμος, ὁ, ἅμμα, τό (Plat.), V. ἁρμός, ὁ. Met., bond of union: P. and V. δεσμός, ὁ, σύνδεσμος, ὁ. Duty: P. and V. τὸ προσῆκον
    2 KB (204 words) - 16:24, 22 July 2017
  • remaineth, then. (AM λοιπόν, Μ και λοιπός) (άναρθρο και έναρθρο) (ως σύνδεσμος συμπερασματικός, συλλογιστικός και μεταβατικός) άρα, συνεπώς, ώστε, επομένως
    3 KB (217 words) - 12:40, 15 February 2019
  • κατσαρωμένη τούφα μαλλιών, βόστρυχος μσν. 1. πόρπη 2. ξύλινο δοχείο κρασιού 3. σύνδεσμος τών δύο τμημάτων της ίγγλας, της ζώνης με την οποία δένεται το σαμάρι στο
    717 bytes (52 words) - 12:00, 29 September 2017
  • subs. Anything that binds: P. and V. δεσμός, ὁ, σύνδεσμος, ὁ. Fetter: P. and V. πέδη, ἡ, V. ἀμφίβληστρα, τά, δεσμώματα, τά, ψάλια, τά. Bonds: see bondage
    1 KB (134 words) - 07:05, 10 January 2019
  • P. and V. κῆδος, τό, κήδευμα, τό (Plat.). Bond of union: P. δεσμός, ὁ, σύνδεσμος, ὁ. Association: P. and V. κοινωνία, ἡ, ὁμιλία, ἡ; see association, friendship
    1 KB (113 words) - 10:08, 21 July 2017
  • and V. κλῇθρα, τά, V. ἁρμός. ὁ. That which binds: P. and V. δεσμός, ὁ, σύνδεσμος, ὁ, ἅμμα, τό (Plat.), V. ἀρμός, ὁ. A fastening of golden grasshoppers (to
    623 bytes (68 words) - 09:39, 21 July 2017
  • επεξήγημα ο κατάλληλος ή χρήσιμος για επεξήγηση («επηξηγηματικός τρόπος, σύνδεσμος»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    263 bytes (25 words) - 07:10, 29 September 2017
  • ζευκτήριος, ζυγόν, ζωστήρ, ζώστρα, ζῶστρον, κύκλος, πέζα, στρόφιον, στροφίς, σύνδεσμος, σύνδετος, σφιγκτήρ Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek
    2 KB (200 words) - 19:57, 18 September 2019
  • λειτουργία με την εξάρτηση του ενός από το άλλο β) «υποτακτικός σύνδεσμος» γραμμ. σύνδεσμος που συνδέει μια δευτερεύουσα πρόταση με άλλη γ) «υποτακτική σύνδεση»
    4 KB (282 words) - 11:30, 14 January 2019
  • μσν.-αρχ. γραμμ. συντάσσω, εισάγω ρήμα σε υποτακτική («ἰστέον ὅτι τὸ ἵνα σύνδεσμος ὑποτάσσει, ὅταν δὲ κεῑται ἀντὶ τοῡ ὅπου οὐχ ὑποτάσσει», Μέγα Ετυμολογικόν)
    4 KB (292 words) - 12:51, 29 September 2017
  • -ια, -ιο φρ. «μεσοβόθριος σύνδεσμος του Χέσελμπαχ» ανατ. τρίγωνος σύνδεσμος στο οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    274 bytes (25 words) - 07:37, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)