Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σύρριζος" on this wiki. See also the other search results found.

  • roots, ποιῆσαι τὸν ἵππον . . χλωροφαγῆσαι ἐπὶ πεδίον σ. Hippiatr.10. σύρριζος: -ον, ὁ ἐρριζωμένος ὁμοῦ, ὁ μετὰ τῆς ῥίζης, Σχόλ. εἰς Σοφ. Ἠλ. 512, Εὐστ
    2 KB (92 words) - 12:28, 1 July 2020
  • μεγαλόρριζος, ολιγόρριζος, παχύρριζος, πολύρριζος, πρόρριζος, πυκνόρριζος, σύρριζος, υπόρριζος αρχ. ασθενόρριζος, αυτόρριζος, γλυκύρριζος, εύρριζος, ισχυρόρριζος
    8 KB (548 words) - 12:26, 29 September 2017
  • [Seite 1041] verwurzelt, zusammengewurzelt, Schol. Soph. El. 512.
    139 bytes (8 words) - 19:21, 2 August 2017
  • -η, -ο (Α ὁλόρριζος, -ον) αυτός που έχει όλη του τη ρίζα, σύρριζος αρχ. φρ. «ὁλόρριζοι ἀπολοῡνται» — θα ξεκληριστούν. επίρρ... ολορρίζως και ολόρριζα
    711 bytes (47 words) - 12:08, 29 September 2017
  • 3. 18, 5. -η, -ο (Α ὁλόρριζος, -ον) αυτός που έχει όλη του τη ρίζα, σύρριζος αρχ. φρ. «ὁλόρριζοι ἀπολοῡνται» — θα ξεκληριστούν. επίρρ... ολορρίζως
    1 KB (80 words) - 14:33, 1 July 2020
  • μεγαλόρριζος, ολιγόρριζος, παχύρριζος, πολύρριζος, πρόρριζος, πυκνόρριζος, σύρριζος, υπόρριζος αρχ. ασθενόρριζος, αυτόρριζος, γλυκύρριζος, εύρριζος, ισχυρόρριζος
    29 KB (2,763 words) - 16:25, 1 July 2020
  • πρόρριζος, -ον, ΝΑ 1. (για φυτά) αυτός που αποσπάστηκε μαζί με τη ρίζα του, σύρριζος 2. μτφ. αυτός που εκδιώχθηκε ολοκληρωτικά από κάπου (α. «ο μικρασιατικός
    5 KB (394 words) - 11:30, 9 January 2019
  • -όομαι, και σπαν. ενεργ. συρριζῶ, -όω, ΜΑ συρριζος (κυριολ. και μτφ.) ενισχύομαι με στερεές ρίζες («οὗτος ὁ φόβος συρριζωθεὶς μεγάλα ἐργάζεται ἀγαθά»,
    535 bytes (48 words) - 12:47, 29 September 2017