Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σᾶμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • statt σῆμα, σημαίνω. σᾶμα: τό, Δωρικ. ἀντὶ σῆμα, Πίνδ. - Καθ’ Ἡσύχ.: «σᾶμα· μνῆμα, Δωριεῖς δὲ στοιχεῖον». ςᾱμα (σάματι, σᾶμα, σάμασιν.)    a indication
    2 KB (142 words) - 19:55, 7 July 2020
  • Dor. σᾶμα Berl.Sitzb.1927.161 (Cyrene), etc.: ατος, τό:—    A sign, mark, token, Il.10.466, 23.326, Od.19.250, etc.; of the star on a horse's forehead
    36 KB (3,394 words) - 19:50, 7 July 2020
  • τὸ, Α (δωρ. τ.) βλ. σήμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    79 bytes (15 words) - 12:27, 29 September 2017
  • 110; ὄρεα . . ἴδῃσι καὶ χιόνι σ. Id.7.111, cf. Thphr.HP5.1.12, Str.5.4.5; σᾶμα . . πτελέῃσι σ. AP7.141 (Antiphil.); σ. χώρα, λόφος, Plu.Luc.32, Marc.29;
    5 KB (366 words) - 16:00, 1 July 2020
  • (sc. Ζεύς.) (I. 7.6) frag. ]οἶκον Ἀμφιτρύωνος[ (Pae. 20.16) Ἀμ]φιτρύωνί τε σᾶμα χέω[ν (supp. Lobel.) fr. 169. 48. -ωνος, ὁ • Alolema(s): lat. Amphitruo
    2 KB (242 words) - 18:45, 8 July 2020
  • ἱππόμητιν (I. 7.9) καὶ Ἰολαο[ς ἐ]ν ἑπταπύλοισι μένω[ν x Θήβαις Ἀμ]φιτρύωνί τε σᾶμα χέω[ν (supp. Lobel) fr. 169. 47. Ἰόλᾱος: атт. Ἰόλεως, дор. Ἰόλᾱς, ου ὁ
    2 KB (193 words) - 06:40, 31 December 2018
  • phtisie, tuberculose. Étymologie: φθίω. φθῐσις    1 wasting πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις τινός, ἢ καρποῦ φθίσιν; (Pae. 9.14) -εως, ἡ, ΜΑ βλ. φθίση. Αναζήτηση
    4 KB (349 words) - 12:58, 8 July 2020
  • Ap.198, δέμας καὶ εἶδος ἀ. Il.24.376 •c. dat. de rel. χρήμασιν ἀ. Sol.5.3, σᾶμα ... τὸ καὶ μακάρεσσιν ἀγητόν Theoc.1.126, νέους, τοί τ' ἐν μακάρεσσιν ἀγητοί
    5 KB (474 words) - 23:40, 29 June 2020
  • needy, Od. 3.348†. πενῐχρός    1 poor ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου παρὰ σᾶμα νέονται (N. 7.19) prolongation from the base of πένης; necessitous: poor
    5 KB (461 words) - 22:47, 29 June 2020
  • [Seite 860] od. σᾶμα, = σάν, zw.
    118 bytes (6 words) - 18:53, 2 August 2017
  • (ἑκῡρεύς) -έως, ὁ suegrodel marido, dud. τὸ σᾶμα Δαμόνεικος ... ἔστασ' ἐκυρεῖ GVI 1422.3 (Antioquía I d.C.). Source: ἑκυρεύς
    187 bytes (20 words) - 12:01, 21 August 2017
  • (Pae. 2.59) στ[ρατὸν] πολέμῳ τελευταίῳ προβιβάζοις (Pae. 2.105) πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις τινός; (Pae. 9.13) πολέμου[ Πα. 13. a. 23. γλυκὺ δὲ πόλεμος ἀπείροσιν
    49 KB (4,392 words) - 14:17, 18 July 2020
  • ἕσπετο (O. 6.72) [ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου πέρας ἅμα νέονται (Weiseler: παρὰ σᾶμα codd.) (N. 7.20) ] ἅμα δ' ἐκαίοντ ἐρῆμοι (Er. Schmid: ἁμᾶ codd.) (N. 10.72)
    38 KB (4,043 words) - 14:42, 14 July 2020
  • γ' ἀνήρ Il.5.172, ἀμυνέμεν ἐ. ἐάσω Il.15.73, ἀμφιπονεῖτο Od.20.308, ἐντάδε σᾶμα ... καταέθεκε CEG 137 (Metana VII/VI a.C.), cf. IG 13.1243.2 (VI a.C.), ἐ
    24 KB (2,845 words) - 16:05, 4 July 2020
  • Ἰσμηνὸν ἢ χρυσαλάκατον Μελίαν ἢ ἢ ἢ ἢ ἢ ἢ ὑμνήσομεν; fr. 29. 1—5. πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις τινός, ἢ καρποῦ φθίσιν ἢ ἢ ἢ ἢ ἢ ἢ γαῖαν κατακλύσαισα θήσεις ἀνδρῶν
    59 KB (6,512 words) - 17:15, 8 July 2020
  • το / σῆμα, ΝΜΑ, και δωρ. τ. σᾱμα, και κυπριακός τ. σᾱμαν, Α 1. σημείο, σημάδι με το οποίο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει κάτι (α. «είχε κρυφό σήμα» β. «ἥβης
    10 KB (753 words) - 13:02, 15 February 2019
  • ὀρθώσειν κορυφαῖς πολίων ἀφνεαῖς (N. 1.15) ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου παρὰ σᾶμα νέονται (N. 7.19) ἐν ἀφνειῷ Κορίνθῳ fr. 122. 2. ὃς μὲν ἀχρήμων, ᾰφνεὸς τότε
    1 KB (109 words) - 17:40, 31 December 2018
  • μαχαίρᾳ φύτευέ οἱ θάνατον Πελίαο παῖς (N. 4.59) ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου παρὰ σᾶμα νέονται (N. 7.19) πεῖραν ταύταν θανάτου πέρι καὶ ζωᾶς ἀναβάλλομαι (N. 9.29)
    44 KB (4,610 words) - 08:40, 8 July 2020
  • -ῶ : entourer de soins. Étymologie: ἀμφί, κομέω. rodear de cuidados σᾶμα δέ τοι ... ἀμφικομεῦσι Νύμφαι AP 7.141 (Antiphil.). Source: ἀμφικομέω
    1 KB (72 words) - 14:12, 1 July 2020
  • ὄλβον τινὰ τράποιο Θήβαις, ὦ πότνια, πάγκοινον τέρας (Pae. 9.9) πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις τινός; (Pae. 9.13) ἐκράνθην ὑπὸ δαιμονίῳ τινὶ (δείματι e. g. supp
    79 KB (7,499 words) - 20:08, 7 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)