Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σῖτον" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: σῖτον Medium diacritics: σῖτον Low diacritics: σίτον Capitals: ΣΙΤΟΝ Transliteration A: sîton Transliteration B: siton Transliteration
    589 bytes (29 words) - 12:29, 29 September 2017
  • cf. 9.89; of savages, who eat flesh only, οὐδέ τι σῖτον ἤσθιον Hes.Op.146; of civilized men, σῖτον καὶ σπείρουσι καὶ σιτέονται Hdt.4.17; σωρὸν σίτου κεχυμένον
    35 KB (3,395 words) - 14:30, 3 October 2019
  • τὸ, Α ο σίτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του σῖτος κατά τα ουδ.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    194 bytes (21 words) - 12:29, 29 September 2017
  • (exc. aor. part. αἰτίσσας in AP10.66 (Agath.),    A ask, beg, c. acc. rei, σῖτον… αἰτίζων κατὰ δῆμον Od.17.558, cf. 222; ἡνίκ' ἂν αἰτίζητ' ἄρτον Ar. Pax120
    5 KB (432 words) - 11:15, 26 February 2019
  • ἐθερίσθην: pf. τεθέρισμαι (v. infr.): (θέρος):—do summer-work, mow, reap, σῖτον, κριθάς, Hdt.4.42, Ar.Av.506, etc.: abs., harvest, Phld.Mus.p.71 K.: freq
    17 KB (1,553 words) - 13:40, 3 October 2019
  •    A allot, distribute, σῖτον ἑλὼν ἐπένειμε τραπέζῃ Il.9.216, 24.625: c. dat. pers., σῖτον δέ σφ' ἐπένειμε Od.20.254; ἐφ' ἑκατέρῳ τὸ μέρος ἐ. ἑκάτερον
    16 KB (1,309 words) - 17:30, 10 January 2019
  • Ηρόδ.) 11. στάβλος αλόγου 12. αποθήκη τροφίμων («ὅν ἐξῆχεν ἐκ τῶν οἰκημάτων σῑτον καὶ οἶνον», Δημ.) 13. εργαστήριο 14. επίπεδο, πάτωμα 15. μτφ. «αἰσθητικὸν
    2 KB (115 words) - 12:07, 29 September 2017
  • σῖτον ὀλίγον, Hsch., cf. ψαῖμα, ψαίνυσμα. [Seite 1389] τό, ein kleines abgeriebenes, abgebrochenes Stück, wie ψῆγμα, Hesych. ψαῖσμα: τό, «σῖτον ὀλίγον»
    739 bytes (41 words) - 06:15, 29 September 2017
  • c. acc., [κόκκυγας] Epich.164; ὄψον Pl.Tht.l.c.; κρόμμυον . . οὐ μόνον σῖτον ἀλλὰ καὶ ποτὸν ἡδύνει X.Smp.4.8; make pleasant, γεῦσιν, οἴνους, Thphr.Od
    7 KB (552 words) - 13:55, 9 January 2019
  • κεν βαθὺ λήϊον . . εἰς ὥρας ἀμῷεν Od.9.135, cf. Thgn. 107; ὡς ἀμήσων τὸν σῖτον Hdt.6.28, cf. 4.199; τἀλλότριον ἀρῶν θέρος Ar.Eq.392.   b metaph., ἐλευθερίαν
    24 KB (2,338 words) - 13:15, 3 October 2019
  • γυναῖκα to lead a wife into one's house, Hdt. 5.40,6.63.    3 bring in, σῖτον Th.4.26; import, οἶνον Ἀθήναζε κατ' ἐμπορίαν D.35.35:—Med., εἰσάγεσθαι καὶ
    43 KB (4,391 words) - 13:25, 3 October 2019
  • παρέξω Od.18.317 ; δῶρα Il.19.147 ; esp. in Od., ἱερήϊα, βρῶσίν τε πόσιν τε, σῖτον, 14.250, 15.490, 18.360 : abs., ἐγὼ δ' εὖ πᾶσι παρέξω I will provide for
    65 KB (6,101 words) - 14:21, 3 October 2019
  • consume, τὸν χοῦν . . ἀναισίμου he used up the earth, Hdt.1.185; ἵνα μὴ τὸν σῖτον ἀναισιμώσωσι 3.150:—Pass., οἶνος ἀναισιμοῦται 2.60; εὐζώνῳ ἀνδρὶ πέντε ἡμέραι
    8 KB (644 words) - 14:05, 2 October 2019
  • τό,    A wine, Hom., only in nom. and acc., πολλὸν… μέθυ πίνετο Il.9.469; σῖτον καὶ μέθυ ἡδύ Od.4.746; ἐκ κριθῶν μ. A.Supp.953, etc.: gen. μέθυος first in
    11 KB (1,095 words) - 15:20, 2 October 2019
  • Pl.Lg.693a, etc.:— sow,    I sow seed, c. acc., [κέγχρους] Hes.Sc.399; σῖτον Hdt.4.17; στάχυν E.Cyc.121; of Cadmus, σ. γηγενῆ στάχυν Id.Ba.264 (so in
    43 KB (4,237 words) - 14:23, 3 October 2019
  •    A make to swell, σῖτον Thphr. CP4.13.7:—Pass., = ἀνοιδέω, Hp.Acut.10. ἀνοιδίσκω: κάμνω τι νὰ ἐξογκωθῇ, νὰ φουσκώσῃ, σῖτον Θεοφρ. Αἰτ. Φ. 4. 13, 7:
    1 KB (101 words) - 06:55, 29 September 2017
  •    A bring down, esp.from the inland to the coast, σῖτον τῷ στρατεύματι Th.6.88; <ὕλην> ποταμοῖς κ. Str.11.2.17, cf. OGI132.10 (Egypt, ii B.C.), Hdn.8
    8 KB (622 words) - 13:00, 9 January 2019
  • saltan de un lado a otro E.Tr.1205, cf. Supp.413. 2 fuera, al extranjero ἄ. σῖτον ἐκπέμποντας exportando trigo al extranjero X.HG 6.1.11. II sin mov. en otro
    8 KB (707 words) - 10:50, 25 February 2019
  • otherwise prepared food, a made dish, eaten with bread and wine, ἐν δὲ . . σῖτον καὶ οἶνον ἔθηκεν, ὄψα τε Od.3.480; ἐν δέ οἱ ἀσκὸν ἔθηκε . . οἴνοιο... ἐν
    18 KB (1,751 words) - 15:50, 2 October 2019
  • διαφέρειν. – Med. προσφέρεσθαί τι, Etwas zu sich nehmen, genießen, σῖτον, Xen. Cyr. 4, 2, 41; σῖτον προσενέγκασθαι, Aesch. 1, 145; εἰ πέπερι προσηνέγκατο, S. Emp
    58 KB (5,589 words) - 14:30, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)