Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "σῶμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • κόσμ ου σῶμα Plat. Tim. 32 c. σῶμα: τό, τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρ’ Ὁμήρ., ὡς παρατηρεῖ ὁ Ἀρίσταρχος (ἴδε Ἀπολλ. Λεξ.), ἀείποτε τὸ νεκρὸν σῶμα, τὸ πτῶμα
    65 KB (6,689 words) - 14:25, 3 October 2019
  • πατρική γη θα δεχθεί σε λίγο το σώμα του...» β. «Ἰωσὴφ τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾱτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῡ Ἰησοῡ», ΚΔ γ. «σῶμα γὰρ... κατελείπομεν ἡμεῑς ἄκλαυτον
    17 KB (1,209 words) - 12:52, 29 September 2017
  • subs. P. and V. σῶμα, τό, V. δέμας, τό; see also flesh. Dead body: P. and V. νεκρός, ὁ, σῶμα, τό, Ar. and V. νέκυς, ὁ, V. δέμας, τό. Trunk: P. and V. κύτος
    955 bytes (108 words) - 09:24, 21 July 2017
  • also V. αὐτάγγελος. personal appearance: see under personal. body: P. and V. σῶμα, τό, V. δέμας, τό. Look up person on Perseus | Wiktionary | Wikipedia |
    536 bytes (71 words) - 12:12, 18 August 2019
  • One's own, private: P. and V. ἴδιος οἰκεῖος. Personal appearance: P. and V. σῶμα, τό, εἶδος, τό, ἰδέα, ἡ, ὄψις, ἡ, V. δέμας, τό. Personal injury: P. ὁ τοῦ
    635 bytes (59 words) - 09:48, 21 July 2017
  • see skin. Meat: P. and V. κρέας, τό. Body (as opposed to soul): P. and V. σῶμα, τό. Tear flesh, v.: Ar. σαρκάζειν (absol.). Look up flesh on Perseus |
    416 bytes (52 words) - 09:40, 21 July 2017
  • ἐπιπολῆς, or use V. νῶτον, τό (back). The surface of the body: P. τὸ ἔξωθεν σῶμα (Thuc. 2, 49). On the surface, superficial, adj.: P. ἐπιπολαῖος. Superficies:
    412 bytes (45 words) - 10:05, 21 July 2017
  • σφάλμα, αποτυχία 2. φταίξιμο, πλάνη, παράπτωμα 3. φρ. «ἁμάρτημα περὶ τὸ σῶμα», σωματικό ελάττωμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    766 bytes (59 words) - 06:21, 29 September 2017
  • -η, -ο (ΑΜ εὔρωστος, -ον) 1. ισχυρός, δυνατός, ρωμαλέος («εὔρωστος τὸ σῶμα», Ξεν.) 2. αυτός που έχει ψυχικό σθένος («εὔρωστος τὰς ψυχάς», Αριστοτ.) νεοελλ
    819 bytes (49 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εφαρμογή 4. επιβολή πρόσθετων βαρών 5. απόπειρα («τῶν δ’ ἐπιθέσεων αἱ μὲν ἐπὶ τὸ σῶμα γίγνονται τῶν ἀρχόντων, αἱ δ’ ἐπὶ τὴν ἀρχήν», Αριστοτ.) 7. (για αρρώστια)
    2 KB (123 words) - 07:11, 29 September 2017
  • subs. Of men: Ar. and V. χρώς, ὁ (rare P.), χροιά, ἡ, P. τὸ ἔξωθεν σῶμα (Thuc. 2, 49). Of an animal, hide: P. and V. δέρμα, τό, βύρσα, ἡ, δορά, ἡ (Plat
    1 KB (143 words) - 11:01, 7 August 2017
  • ὑγιαίνειν. The laws of health: P. τὸ ὑγίεινον. Constitution, body: P. and V. σῶμα, τό. Drink a health to: Ar. and P. προπίνειν (dat. or absol.) (Xen.), φιλετησίας
    596 bytes (69 words) - 11:00, 7 August 2017
  • subs. P. and V. νεκρός, ὁ, σῶμα, τό (Dem. 1071), Ar. and V. νέκυς, ὁ, V. δέμας, τό. Fallen body: V. πτῶμα, τό (Eur., Phoen. 1697), πέσημα, τό (ibid. 1701)
    362 bytes (42 words) - 09:26, 21 July 2017
  • το / σωματίδιον, ΝΜΑ σῶμα, σώματος] νεοελλ. 1. ανατ. μικρό σώμα 2. φρ. α) «στοιχειώδη σωματίδια» — βλ. στοιχειώδης β) «υποατομικά σωματίδια» — βλ. σωμάτιο
    453 bytes (34 words) - 12:46, 29 September 2017
  • adj. P. σωματοειδής. Of the body: use P. and V. σώματος (gen. of σῶμα). Bodily exercise: P. σωμασκία, ἡ. Look up bodily on Perseus | Wiktionary | Wikipedia
    282 bytes (31 words) - 09:23, 21 July 2017
  • φορτικός Hp.Medic.2; εἰς κ. for ornament, X.An.1.9.23; καλλωπισμοὶ οἱ περὶ τὸ σῶμα Pl.Phd.64d.    2 making euphonious, of words, Id.Cra.414c, 426d.    b Rhet
    5 KB (401 words) - 12:30, 15 February 2019
  • οὐσίαι» — τα είδη και τα γένη, Αριστοτ. γ. «ἡ μὲν ψυχὴ οὐσία ἡ πρώτη, τὸ δὲ σῶμα ὕλη», Αριστοτ.) 4. (στα μαθηματικά) κάθε αφηρημένη έννοια («μονὰς οὐσία ἄθετος
    4 KB (351 words) - 12:45, 15 February 2019
  • βρίσκομαι σε κατάσταση συμπάθειας σε σχέση με κάποιον άλλο («δοκεῑ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα συμπαθεῑν ἀλλήλοις», Αριστοτ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    2 KB (166 words) - 12:36, 29 September 2017
  • (α. «ρίγ' ηδονής τ' αράθυμο κύμα της σάρκας φέρνει», Γρυπ. β. «αἱ κατά τὸ σῶμα ἡδοναί», Πλάτ.) νεοελλ. (ψυχολ.) το ευχάριστο συναίσθημα που προκαλείται
    3 KB (193 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Σχόλ. Εὐρ. Ἑκ. 379· - ὡς σχῆμα λόγου, «χαρακτηρισμός ἐστι λόγος τῶν περὶ τὸ σῶμα ἰδιωμάτων ἀπαγγελτικός, ὃν καί τινες εἰκονισμὸν λέγουσιν, οἷον (Ὀδ. Τ. 246)
    2 KB (131 words) - 13:01, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)