Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τάφος" on this wiki. See also the other search results found.

  • νεκρός, μνήμα (α. «ο τάφος τους χορτάριασε» β. «ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾱσα γῆ τάφος», Θουκ.) νεοελλ. 1. επιτάφιο μνημείο ή κενοτάφιο («ο τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη»)
    15 KB (1,369 words) - 14:32, 3 October 2019
  • Taphos, an island between Lencadia and Acarnania, near Meganisi, Od. 1.417. Τάφος: (ᾰ) ἡ Тафос (остров между Левкадой и зап. побережьем Акарнании) Hom.
    356 bytes (32 words) - 04:32, 1 January 2019
  • και μνῆμαν, Α δωρ. και αιολ. μνᾱμα) οικοδόμημα ή ύψωμα προς τιμή νεκρού, τάφος, τύμβος (α. «το μονοπάτι μ' έβγαλε σ' ένα ρημοκλησσάκι, που 'ταν τα μνήματα
    1 KB (113 words) - 07:39, 29 September 2017
  • ποταμού 3. αποβάθρα, μώλος 4. αμμώδης γλώσσα εδάφους, ακρωτήριο 5. τύμβος, τάφος (α. «οὔτε τάφων χώματα γαίας ἐσορῶ», Ευρ. β. «ὄμβρων μεγάλων ἐπιπεσόντων
    2 KB (167 words) - 06:17, 29 September 2017
  • subs. P. and V. θήκη, ἡ, μνῆμα, τό, τάφος, ὁ (Dem. 187 also 426), Ar. and P. σῆμα, τό, Ar. and V. ταφή, ἡ, τύμβος, ὁ, V. χῶμα, τό (rare P.), τύμβευμα,
    414 bytes (57 words) - 10:06, 21 July 2017
  • το (Α κενοτάφιον) τάφος που δεν περιέχει νεκρό, μνημείο που έχει ανεγερθεί σε ανάμνηση νεκρού, ο οποίος δεν έχει βρεθεί ή έχει ενταφιαστεί αλλού αρχ. είδωλο
    854 bytes (56 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ἐπικίνδυνος. Grave (accent): P. βαρύς (Plat.). subs. P. and V. θήκη, ἡ, μνῆμα, τό, τάφος, ὁ (Dem. 187, 426), Ar. and P. σῆμα, τό, Ar. and V. ταφή, ἡ, τύμβος, ὁ, V
    1 KB (112 words) - 07:07, 22 August 2017
  • 1. αγγείο, μεγάλο δοχείο 2. λύχνος, ποτήρι καντήλας αρχ. θολωτή τάφρος, τάφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. cupa «κύπελλο»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (87 words) - 07:25, 29 September 2017
  • δεν επιτρέπεται κανείς να κινήσει, να αγγίξει, ο απαραβίαστος «ἀκίνητος τάφος» (Ηρόδ.), «κινεῑν τὰ ἀκίνητα» (Ηρόδ.) 4. ο αμετάβλητος, ο σταθερός ή ο πείσμων
    3 KB (192 words) - 06:48, 29 September 2017
  • κηπόταφον, τὸ (Α) πάπ. το κηποτάφιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κῆπος + -τάφος (< τάφος), πρβλ. καινό-ταφος, ομό-ταφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    442 bytes (27 words) - 07:24, 29 September 2017
  • μαυσωλεῑον) 1. μεγαλοπρεπής τάφος του σατράπη της Καρίας Μαυσώλου, που βρισκόταν στην Αλικαρνασσό 2. κάθε μεγαλοπρεπής τάφος, μνημείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < Μαύσωλος
    465 bytes (33 words) - 07:36, 29 September 2017
  • subs. P. and V. τάφος, ὁ, ταφή, ἡ, κῆδος, τό (Plat.). For funeral ceremonies see Thuc. 2, 34, and Eur., Hel. 1240-1277. Carrying out for burial: P. and
    2 KB (170 words) - 07:07, 22 August 2017
  • δωμάτιο, θάλαμος 2. κλουβί στο οποίο εκτρέφονται ζώα 3. κελλί μοναχού 4. τάφος, μνήμα 5. τόπος στον οποίο αναπέμπονται ευχές προς τον θεό, ευκτήριος οίκος
    817 bytes (60 words) - 12:07, 29 September 2017
  • θάπτω: (ἐκ τῆς √ΤΑΦ, ἥτις φαίνεται ἐν τῷ μέλλ. καὶ β΄ παθ. ἀορ. ἐν τῇ λέξει τάφος, κτλ.), μέλλ. θάψω, ἀόρ. ἔθαψα. - Παθ., μέλλ. τᾰφήσομαι Εὐρ. Ἀλκ. 632, Λυσ
    16 KB (1,570 words) - 13:50, 3 October 2019
  • αυτός που έθαβε ιερά γεράκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιέραξ, -ακος + -ταφος < τάφος (πρβλ. ιβιο-τάφος, κριο-τάφος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    434 bytes (27 words) - 07:18, 29 September 2017
  • το (Α κοινοτάφιον) τάφος όπου θάβουν πολλούς μαζί, κοινός τάφος, κοινό μνήμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + -τάφιον (< τάφος), πρβλ. κενο-τάφιον, κηπο-τάφιον].
    503 bytes (30 words) - 07:24, 29 September 2017
  • (II) Α (κατά τον Ησύχ.) «τάφος». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, πρόκειται για διαλ. τ. της λ. στέγος με σημ. «τάφος»]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (75 words) - 16:10, 2 October 2019
  • subs. P. and V. τάφος, ὁ, ταφή, ἡ, P. θῆκαι, αἱ (Thuc. 2, 52), V. κατασκαφαί, αἱ; see funeral. For account of burial, see Thuc. 2, 34. Carry out for burial
    996 bytes (115 words) - 11:03, 7 August 2017
  • εξατμιστεί το οινόπνευμα» β. «ὡς εἴ τε φαρέτρη πῶμ' ἐπιθείη», Ομ. Οδ.) αρχ. τάφος, μνήμα («εἶδε δὲ τέκνου πώματι λαϊνέῳ σῶμα κατισχόμενον», επιγρ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (129 words) - 12:00, 9 January 2019
  • και μνημούρι και μνημούριν) τάφος, μνήμα, τύμβος νεοελλ. φέρετρο μσν. ταφικό μνημείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. memorium «μνημείο, τάφος» με παρετυμολογική επίδραση
    563 bytes (39 words) - 07:39, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)