Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τέσσαρες" on this wiki. See also the other search results found.

  • SIG633.98 (Milet., ii B.C.)), but τέσσαρες in Hom., and Schwyzer707 B 4 (Ephesus, vi B.C.), etc.: codd. of LXX have τέσσαρες (nom. and acc.), τεσσάρων, τέσσαρσι
    14 KB (1,476 words) - 14:35, 3 October 2019
  • νιφὰς πολέμοιο τεσσάρων ἀνδρῶν ἐρήμωσεν μάκαιραν ἑστίαν (I. 4.17) δὴ τότε τέσσαρες ὀρθαὶ πρέμνων ἀπώρουσαν χθονίων κίονες fr. 33d. 5.
    882 bytes (79 words) - 14:42, 17 August 2017
  • τέσσερα / τέσσαρες, τέσσαρα, ΝΜΑ, και τέσσαροι και τέσσεροι, -ες, -α και λόγιος τ. τέσσαρες, τέσσαρα Ν, και αττ. τ. τέτταρες, τέτταρα και ιων. τ. τέσσερες
    8 KB (646 words) - 12:25, 14 January 2019
  • adj. P. and V. τέσσαρες. Four-footed: P. and V. τετράπους. Four-horsed: Ar. and V. τέθριππος, V. τετράορος, τέτρωρος, τετράζυγος. Four-horsed-chariot,
    1 KB (105 words) - 11:57, 7 August 2017
  • τεσσᾰράκοντα: [ρᾰ], Ἀττ. τεττᾰράκοντα, Ἰων. τεσσεράκοντα, οἱ, αἱ, τά, ἄκλιτ.· (τέσσαρες)· ― ὡς καὶ νῦν, τεσσαράκοντα, κοινῶς «σαράντα», Ὅμ., κλπ.· ― ὑπάρχει καὶ
    8 KB (674 words) - 20:49, 3 November 2019
  • [Seite 1100] οἱ, αἱ, τέτταρα, τά, att. statt τέσσαρες, vier. att. c. τέσσαρες. Α (αττ. τ.) βλ. τέσσερεις. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    318 bytes (27 words) - 12:48, 29 September 2017
  • -α και δεκατέσσερες. -α και -τέσσεροι, -α (AM δέκα τέσσαρες, -α Α και δεκατέτταρες, -α) ποσότητα που αποτελείται από μια δεκάδα και τέσσερεις μονάδες νεοελλ
    559 bytes (51 words) - 07:03, 29 September 2017
  • v. τέσσαρες. Ν βλ. τέσσερεις. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο τέσσᾰρα: атт. τέττᾰρα n к τέσσαρες
    200 bytes (20 words) - 04:44, 1 January 2019
  • -ρα, τά, Ion. and later Gr. for τέσσαρες (q.v.). [Seite 1096] οἱ, αἱ, τέσσερα, τά, ion. st. τέσσαρες, Her. v. τέσσαρες. τέσσερα, Α ιων. τ. (απόλ. αριθμτ
    698 bytes (41 words) - 12:44, 29 September 2017
  • v. τέσσαρες. τέτρᾰσι: Hes. dat. к τέσσαρες.
    121 bytes (7 words) - 04:40, 1 January 2019
  • συνθετικό έναν δυσερμήνευτο τ. τρυ-, ο οποίος προέρχεται από το αριθμητικό τέσσαρες (βλ. λ. τέσσερεις) και β' συνθετικό το ουσ. φάλος «το μπροστινό μετάλλινο
    5 KB (424 words) - 16:10, 2 October 2019
  • πίσυρα, Αιολ. αντί τέσσαρες, τέσσαρα. πίσῠρες: (ῐ) эп. Hom. = τέτταρες. See also: s. τέσσαρες. πίσυρες: {písures} See also: s. τέσσαρες. Page 2,545
    1 KB (97 words) - 15:40, 2 October 2019
  • Weiteres s. τέσσαρες m. Lit. Page 2,917-918 原文音譯:tr£peza 特拉-胚撒 詞類次數:名詞(15) 原文字根:四-腳 相當於: (שֻׁלְחָן‎) 字義溯源:桌子*,座椅,筵席,飯食,飯,桌,席,銀行;或由(τέσσαρες)=四*)與(πεζῇ
    49 KB (4,253 words) - 14:40, 3 October 2019
  • στην επιφάνειά του 7. το ιδιαίτερο ύφος έκφρασης ενός συγγραφέα («εἰσὶ δὲ τέσσαρες οἱ ἁπλοὶ χαρακτῆρες, ἰσχνός, μεγαλοπρεπής, γλαφυρός, δεινός, καὶ λοιπὸν
    6 KB (453 words) - 12:47, 29 September 2017
  • οἱ, αἱ, τέτορα, τά, Dor. for τέσσαρες (q.v.). [Seite 1096] οἱ, αἱ, τέτορα, τά, dor. statt. τέσσαρες, Hes. O. 700; Epigr. bei Her. 7, 228. τέτορες:
    1 KB (70 words) - 04:36, 1 January 2019
  • σπανιώτερον ἐπὶ χρόνου, τρεῖς ἡμέρας ἐπεξῆς Ἡρόδ. 2. 77, πρβλ. Λυσ. 156. 31· τέσσαρες ἐφ. Ἀριστοφ. Βάτρ. 915· δὶς ἐφ. Καλλ. Ἐπιγράμμ. 37. 2) μετὰ ταῦτα, ἀμέσως
    13 KB (1,157 words) - 14:05, 31 January 2019
  • carré; II. bien assis, solide, ferme, fort. Étymologie: τέσσαρες, γωνία. tetragonal from τέσσαρες and γωνία; four-cornered, i.e. square: foursquare.
    13 KB (1,032 words) - 14:35, 3 October 2019
  • τέττορες: дор. = τέσσαρες.
    75 bytes (3 words) - 07:24, 31 December 2018
  • ρα, Aeol. for τέσσαρες, Epigr.Gr.988 (Balbilla). πέσυρες: ρα, (Δωρ. ἀντὶ τέσσαρες, ρα, Συλλ. Ἐπιγρ. 472. 7. οἱ, Α βλ. τέσσερεις. Αναζήτηση σε: Google
    541 bytes (31 words) - 12:05, 29 September 2017
  • mesure pour les liquides ; (s.e. ἡμέρα) XÉN le quatrième jour. Étymologie: τέσσαρες ; cf. lat. quartus. and τέτρατος: fourth.— Adv. (τὸ)τέταρτον, for the
    15 KB (1,276 words) - 14:30, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)