Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τίζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Fr.871. [Seite 1109] (τί), in Einem fort »was?« fragen, Ar. bei Phot. τίζω: (τί;) συνεχῶς ἐρωτῶ «τί;», «τίζειν, τί λέγειν· οὕτως Ἀριστοφάνης» Σουΐδ
    1,007 bytes (60 words) - 04:40, 1 January 2019
  • να θεωρηθεί επεκτεταμένος υστερογενής τ. ενεστ. του ρ. χραύω σε -τίζω (πρβλ. ῥαν-τίζω), η σύνδεση, όμως, αυτή παραμένει δυσερμήνευτη από σημασιολογική
    1 KB (58 words) - 12:54, 29 September 2017
  • σε -τάζω (πρβλ. κυπτάζω). Ο τ. ὀδακτίζω < ὀδάξ, κατά τα ρήματα σε -τίζω (πρβλ. λακ-τίζω) βλ. και λ. οδάξ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (106 words) - 00:44, 1 January 2019
  • και -τάω και -τίζω (Ι) (αμετάβ.) 1. γίνομαι μεγαλύτερος ή περισσότερος, αυξάνομαι, πληθαίνω 2. προοδεύω, προκόβω (II) (μτβ.) 1. αυξάνω, πληθαίνω, πολλαπλασιάζω
    730 bytes (46 words) - 06:30, 29 September 2017
  • σε -τάζω (πρβλ. κυπτάζω). Ο τ. ὀδακτίζω < ὀδάξ, κατά τα ρήματα σε -τίζω (πρβλ. λακ-τίζω) βλ. και λ. οδάξ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    617 bytes (53 words) - 12:04, 29 September 2017
  • below. Derivatives: Beside it three verbs: 1. ὀδακ-τάζω (Call., A. R.), -τίζω (D. H.) to bite, to gnaw (cf. λακτίζω : λάξ); ἀδακτῶ κνήθομαι H. 2. ὀδάξ-ομαι
    14 KB (1,448 words) - 13:35, 2 October 2019
  • softening material (Pl., Thphr., Ph. Bel. etc.) with μαλαγμα-τώδης (medic.), -τίζω (Zos.Alch.); μάλαξις softening (Thphr., Plu.); μαλακ-τήρ "weakener", μαλακός
    39 KB (2,767 words) - 14:00, 3 October 2019
  • πρβλ. γνύξ, πύξ, ὀδάξ. (Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται αἱ λέξ. λάγδην, λακ-τίζω, λακπάτητος· ἡ ῥίζα αὕτη φαίνεται ὅτι ἦτο ΚΑΛΚ, πρβλ. Λατ. calx (calc-is)
    12 KB (1,235 words) - 15:20, 2 October 2019
  • κατάλ. -(τ)ίζω, κατά το σχήμα φευγάτοι —φευγατίζω και τα πολλά ρήματα σε -τίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    543 bytes (46 words) - 12:06, 29 September 2017
  • blow up, to (cause to) vaporize (Anaxipp., Arist.) with -τωσις, -τωτικός; -τίζω (ἀπο-) to fan by blowing (Antig., H.) with -τισμός. 3. πνεῦσις f. blowing
    50 KB (4,805 words) - 14:15, 3 October 2019
  • κατά την πιθανότερη άποψη, έχει σχηματιστεί από το πλήσσω κατά τα ρ. σε -τίζω (πρβλ. λακτίζω). Δεν αποκλείεται, όμως, και η πιθανότητα να αποτελεί παρ
    5 KB (412 words) - 05:45, 10 January 2019
  • ἐρώτημα (ἐπ-) question, demand (Ion.-Att.) with ἐρωτημα-τικός (D. T.) and -τίζω (Arist.); ἐρώτησις (ἐπ-) questioning (Ion.-Att.; cf. Holt Les noms d'action
    22 KB (2,357 words) - 13:35, 3 October 2019
  • καταστρεπτική για τον επιτιθέμενο επίθεση. [ΕΤΥΜΟΛ. < λάξ, κατά τα ρ. σε -τίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    13 KB (1,186 words) - 13:55, 3 October 2019
  • τίω q.u., por anal. de ἀτιμάω y ἀτίζω q.u. Source: ἀτίω ἀτίω: [ῐ] = ἀ-τίζω, σε Θέογν. Grammatical information: v. Meaning: not to honour (Thgn.).
    2 KB (161 words) - 14:15, 2 October 2019
  • unexperienced, untempted (hell.); to πείρασις s. on πειράομαι. -- 3. πειρη-τίζω (only presentst.) to tempt, to explore, to assault (Il.; on the fomation
    33 KB (3,004 words) - 14:10, 3 October 2019
  • φαίνομαι, φανῆναι, ὀνοτάζω (: ὀνοτός) : ὄνομαι; zu den Verba auf -τάζω, -τίζω noch Schwyzer 706. Wenn diese Analyse richtig ist, gesellt sich zu φροντίζω
    65 KB (6,122 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ὠστίζομαι ‘aneinanderstoßen, sich mit jmdm. herumtreiben’ (Ar.; zur Bildung auf -τίζω Schwyzer 706) mit ώστισμός m. = ὠθισμός (Moeris). Etymology : Das iterativintensive
    34 KB (3,134 words) - 16:14, 2 October 2019
  • ἄτισσαν Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 615. - Οὐδέποτε παρὰ πεζοῖς. (Ἐκ τοῦ στερητ. α καὶ τοῦ τίζω = τίω, ὁ δὲ σχηματισμὸς οὗτος ὡς καὶ ὁ τοῦ ἀτίω, εἶναι ἐναντίον τῆς ἀναλογίας
    8 KB (720 words) - 14:15, 2 October 2019
  • Ernout-Meillet s. spuō. -- Greek too presents several variants: ἀπο-, ἐκ-πυ-τίζω (Hp., com., Arist.; simplex πυτιζω only EM), prob. expressively enlarged
    19 KB (1,927 words) - 14:22, 3 October 2019
  • чтокать = τίζω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    32 bytes (37 words) - 22:35, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)