Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τίφθ'" on this wiki. See also the other search results found.

  •    A v. τίπτε. [Seite 1121] statt τίπτε, vor einer Aspiration, Hom. τίφθ': αντί τίπτε, πριν από δασυνόμενο φωνήεν.
    571 bytes (18 words) - 02:08, 31 December 2018
  • τίφθ’: ἀντὶ τίπτε, πρὸ δασυνομένου φωνήεντος, Ὅμ. élision p. τίπτε dev. une voy. aspirée.
    203 bytes (14 words) - 19:52, 9 August 2017
  • see τίπτε.
    42 bytes (2 words) - 15:33, 15 August 2017
  • τίφθ᾽: = τίπτε.
    56 bytes (2 words) - 04:44, 1 January 2019
  • aspirate, τίφθ' Il.4.243, al.:—on τίπτε δέ σε χρεώ,    A v. χρεώ. [Seite 1117] ep. synkop. Form für das Vorige; elidirt vor einer Aspirat. τίφθ'; oft Hom
    3 KB (239 words) - 13:52, 2 October 2019
  • seated, in various senses:    1 sit still, with collat. notion of inaction, τίφθ' οὕτως κατ' ἄρ' ἕζεαι ἶσος ἀναύδῳ; Od.10.378, cf.6.295.    2 sit as suppliants
    15 KB (1,327 words) - 13:20, 3 October 2019
  • μοι ἐνὶ στήθεσσι τέθηπεν, Od. 23, 105; bes. partic. τεθηπώς, Il. 21, 64, τίφθ' οὕτως ἔστητε τεθηπότες 4, 243, u. öfter; neben ἄγαμαι, Od. 6, 168; das plusqpf
    9 KB (907 words) - 15:55, 2 October 2019
  • τὰς κνήμας πέδιλα νεβρῶν», Ηρόδ.) 2. μτφ. κάθε σύμβολο φόβου και δειλίας («τίφθ' οὕτως ἔστητε τεθηπότες ἠύτε νεβροί», Ομ. Ιλ.) 3. παροιμ. «ὁ νεβρός τὸν λέοντα
    10 KB (1,004 words) - 15:30, 2 October 2019
  • φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον Il.2.81, 24.222.    2 c. gen., turn away from, τίφθ' οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι; Od.23.98.    3 c. acc., forsake, abandon, παῖδά τ'
    10 KB (793 words) - 14:10, 3 October 2019
  • •fig. de una botella de vino recuperar la sobriedad, e.e., quedarse vacía τίφθ', ... ἢν δὲ μεθυσθῶ, ἐκνήφεις; AP 5.135. 2 fig. espabilar, volver en sí οὐαὶ
    5 KB (466 words) - 13:32, 3 October 2019
  • νοσφιζοίμεθα μᾶλλον Ἰλ. Β. 81., Ω. 222. 2) μετὰ γεν., ἀπομακρύνομαι, δὲν πλησιάζω, τίφθ’ οὕτως πατρὸς νοσφίζεαι; Ὀδ. Ψ. 98. 3) μετ’ αἰτ., ἀφίνω, ἐγκαταλείπω, παῖδά
    8 KB (751 words) - 04:20, 10 January 2019
  • 350 φημὶ γὰρ οὖν κατανεῦσαι Κρονίωνα auf die 349 erwähnte ὑπόσχεσις Διός; τίφθ' οὕτως ἕστητε τεθηπότες ἠΰτε νεβροί, αἵτ' ἐπεὶ οὖν ἔκαμον πολέος πεδίοιο
    52 KB (6,348 words) - 14:11, 3 October 2019
  •    A harm, hurt, ὡς ἂν κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ Od.2.376, cf. 4.749; τίφθ' ὧδε κατὰ θυμὸν ἰάπτεις; Mosch.4.1. [Seite 1401] verstärktes simpl., in tmesi
    2 KB (154 words) - 14:35, 9 January 2019
  • ἐνεστῶτος τιέω, ἀλλ’ ἄνευ ἐνεστ. ἐν χρήσει, εἶμαι τεταλαιπωρημένος, τεθλιμμένος, τίφθ’ οὕτω τετίησθον, Ἀθηναίη τε καὶ Ἤρη; Ἰλ. Θ. 447· ἀλλαχοῦ ὁ Ὅμηρος ποιεῖται
    7 KB (632 words) - 16:00, 2 October 2019
  • покое, быть неподвижным (οἱ στρόβιλοι ἑστᾶσί τε καὶ ἅμα καὶ κινοῦνται Plat.): τίφθ᾽ οὕτως ἕστητε τεθηπότες; Hom. отчего вы (словно) оцепенели?; κατὰ χώρην ἱ
    126 KB (12,513 words) - 13:45, 3 October 2019