Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τερματίζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • [Seite 1094] begränzen; ψαῦσιν, S. Emp. adv. phys. 2, 102; Strab.; VLL. τερμᾰτίζω: ὡς τὸ ὁρίζω, Στράβ. 425· ἐπιθέτω τέρμα, τελειώνω, τι Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ.
    3 KB (237 words) - 04:40, 1 January 2019
  • ο, Ν τερματίζω 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τερματίζω, περάτωση, τέλος, λήξη, κατάληξη 2. (αθλ.) η άφιξη στο τέρμα όπου ολοκληρώνεται η απόσταση
    501 bytes (43 words) - 12:53, 29 September 2017
  • φυλακίζω ιβ) «κλείνω ισολογισμό» ή «κλείνω βιβλία» — συμπληρώνω, δίνω τέλος, τερματίζω τον ισολογισμό, παύω να αναγράφω νέα κονδύλια στα εμπορικά βιβλία μιας
    8 KB (564 words) - 07:24, 29 September 2017
  • ἀείρω) 1. σηκώνω, υψώνω 2. σηκώνω κάτι και το κρατώ υψωμένο, βαστάζω 3. τερματίζω, βάζω τέλος σε κάτι 4. ακυρώνω, ανακαλώ, καταργώ νεοελλ. (επίρρ. φρ.) «άρον-άρον»
    4 KB (87 words) - 06:34, 29 September 2017
  • (Α αὐτοκτονῶ, -έω) αυτοκτόνος νεοελλ. 1. φονεύω τον εαυτό μου, τερματίζω τη ζωή μου 2. μτφ. αυτοκαταστρέφομαι αρχ. φρ. «τώ ταλαιπώρω αὐτοκτονοῡντε» — σκοτώνοντας
    424 bytes (36 words) - 06:59, 29 September 2017
  • λήγω. (AM καταλήγω) 1. τελειώνω σε κάποιο σημείο, φθάνω, απολήγω 2. τερματίζω, παύω νεοελλ. 1. μτφ. αποβαίνω, περιέρχομαι σε μια κατάσταση, καταντώ 2
    7 KB (572 words) - 11:40, 26 February 2019
  •    A = τερματίζω, Tab.Heracl.1.10, 2.9, SIG421.10 (Thermon, iii B.C.). [Seite 1094] = Folgdm, Tabul. Heracl. τερμάζω: τῷ ἑπομ., Ἡρακλεωτ. Πίν. ἐν Συλλ
    760 bytes (42 words) - 12:57, 29 September 2017
  • Pass.), etc. ΜΑ 1. χαλαρώνω κάτι ολόγυρα από κάτι άλλο 2. καταργώ, τερματίζω, εξαλείφω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    964 bytes (55 words) - 12:16, 29 September 2017
  • διαπολεμῶ, -έω (AM) 1. τερματίζω τον πόλεμο 2. εξακολουθώ τον πόλεμο, πολεμώ ασταμάτητα 3. δαπανώ χρήματα για τον πόλεμο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    280 bytes (28 words) - 07:04, 29 September 2017
  • (σχετικά με λόγο) κατευθύνω προς κάποιο σκοπό, προς κάποιο συμπέρασμα 9. τερματίζω, τελειώνω, λήγω 10. συστρέφω ή εντείνω ισχυρά («αἱ κατεστραμμέναι χορδαί»
    25 KB (2,116 words) - 14:00, 3 October 2019
  • μέρη, σε Πλάτ. 3. τερματίζω μία φιλία, καταπατώ μια ανακωχή, σε Θουκ. κ.λπ.· ομοίως στη Μέσ., διαλύσασθαι ξεινίην, σε Ηρόδ. 4. α) τερματίζω την εχθρότητα,
    60 KB (6,541 words) - 13:20, 3 October 2019
  • πόλεμον ἀναπαύειν, καταλύεσθαι, βάζω τέλος σ' αυτόν, κάνω ειρήνη, τον τερματίζω, όλα σε Αττ. πόλεμος -ου, ὁ, ep. en poët. πτόλεμος [~ πελεμίζω] oorlog:;
    49 KB (4,367 words) - 14:30, 3 October 2019
  • μπερδεύω 7. τελειώνω την πλοκή, το πλέξιμο, τη σύνθεση 8. συνεκδ. περατώνω, τερματίζω, τελειώνω 9. (στον παθ. αόρ.) κατεπλάκην αναστομώθηκα 10. (η μτχ. του παθ
    7 KB (539 words) - 11:35, 26 February 2019
  • χρήση της όρασης και της φωνής σε νεκρό, σε Πίνδ. 2. αναλύω, σε Αριστ. 3. τερματίζω κάτι, σε Ξεν.· καταργώ, ακυρώνω, σε Δημ. — Μέσ., εξαλείφω λάθη, σε Ξεν
    29 KB (2,682 words) - 13:05, 3 October 2019
  • | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο προκαταλήγω: μέλ. -ξω, τερματίζω από πριν, σε Πολύβ. προκαταλήγω: ранее оканчивать(ся) Polyb. fut. ξω
    1 KB (71 words) - 00:20, 10 January 2019
  • συνθλίβω, κονιορτοποιώ, ὀφρῦς σύνελεν λίθος, σε Ομήρ. Ιλ.· μεταφ., τελειώνω, τερματίζω, οδηγώ στο τέλος, τελειώνω, τὸν πόλεμον, σε Πλούτ. — Παθ., σε Θουκ. 2.
    17 KB (1,494 words) - 01:30, 10 January 2019
  • τόξου, στο οποίο δένεται η χορδή, σε Όμηρ.· μεταφ., βιῷ κορώνην ἐπιθεῖναι, τερματίζω την ζωή, σε Λουκ. κορώνη: ἡ 1) ворона (ей приписывалась особая долговечность):
    25 KB (2,274 words) - 15:20, 2 October 2019
  • Homer down. (AM καταπαύω, Α και ποιητ. τ. καππαύω) 1. παύω κάτι εντελώς, τερματίζω οριστικά, προκαλώ τον τελειωτικό τερματισμό, το σταμάτημα 2. μτφ. καταστέλλω
    20 KB (1,942 words) - 13:52, 3 October 2019
  • ρίχνω κάτω, υλοτομώ όλα τα δέντρα του δάσους, σε Ξεν. 3. μεταφ., ανακόπτω, τερματίζω, εξολοθρεύω, σε Ηρόδ. κ.λπ. 4. ως στρατιωτικός όρος, αποκρούω, απωθώ, σε
    24 KB (2,337 words) - 13:25, 3 October 2019
  • ανάπαυση ή ανακούφιση από κάτι, σε Σοφ., Δημ. 2. με αιτ. μόνο, σταματώ, τερματίζω, βοήν, σε Σοφ.· περισσότερο σύνηθες, επιφέρω σταμάτημα, ανάπαυση, τὸ στράτευμα
    26 KB (2,631 words) - 13:10, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)