Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τοπάζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Sp. τοπάζω: μέλλ. -άσω, εἰκάζω, ὑπονοῶ, ὑποπτεύω, στοχάζομαι, ὑπολαμβάνω, τὸ γὰρ τοπάζειν τοῦ σάφ’ εἰδέναι δίχα Αἰσχύλ. Ἀγ. 1369· ἃ δὲ δόξῃ τοπάζω, ταῦτ’
    4 KB (304 words) - 01:59, 10 January 2019
  • -άω, και -έω, Μ τόπος τοπάζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    78 bytes (15 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ον : difficile à conjecturer, à deviner, à comprendre. Étymologie: δυσ-, τοπάζω. -ον difícil de predecir, difícil de adivinar Φοίβου ... δυστόπαστ' αἰνίγματα
    3 KB (188 words) - 21:29, 9 January 2019
  • (τοπάζω)    A one must conjecture, Hsch. τοπαστέον: ῥηματ. ἐπίθ. τοῦ τοπάζω, δεῖ τοπάζειν, «τοπαστέον· ὑποληπτέον, ὑπονοητέον» Ἡσύχ.
    615 bytes (17 words) - 11:40, 5 August 2017
  • ὑποτοπέω, Φίλων 2. 480, Δίων Κ. 78. 25. ΜΑ ὑποτοπῶ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τοπάζω «εικάζω, υποπτεύω» (< τόπος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    869 bytes (35 words) - 12:55, 29 September 2017
  • or τοπ-άω,    A = τοπάζω, Eust.543.17; cf. ὑποτοπέω. τοπέω: ἢ -άω, = τοπάζω, «ὥσπερ ματῶ ματάζω, οὕτω σὺν ἄλλοις καὶ τὸ τοπῶ τοπάζω» Εὐστ. 543. 17, πρβλ
    635 bytes (29 words) - 09:18, 5 August 2017
  • -εῖον (-ήϊον) n. Strick, Seil (Kom., Kall., hell. Inschr.). Denom. Verba: 5. τοπάζω, auch m. ὑπο- auf einen Ort, Punkt hinzielen, vermuten, erraten (att.) mit
    44 KB (4,289 words) - 14:39, 3 October 2019
  • δόξαι Parm.1.30, cf. 8.51; ψυχῆς εὐτλήμονι δόξῃ A.Pers.28 (anap.); ἃ δόξῃ τοπάζω S.Fr.235; δόξῃ γοῦν ἐμῇ Id.Tr.718; κατά γε τὴν ἐμήν, with or without δόξαν
    60 KB (6,450 words) - 13:35, 3 October 2019
  • ἀτόπαστος, -ον (Α) τοπάζω ανείκαστος, αφάνταστος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    126 bytes (15 words) - 06:22, 29 September 2017
  • ΜΑ ὑποτοπῶ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τοπάζω «εικάζω, υποπτεύω» (< τόπος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    315 bytes (18 words) - 12:44, 29 September 2017
  • ή, όν,    A divinatory, sagacious, Men.Epit. 340. -ή, -όν, Α τοπάζω υποθετικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    555 bytes (22 words) - 12:41, 29 September 2017
  • ἀτόπαστον τοῦτο Phld.Adul.7.11G. Source: ἀτόπαστος ἀτόπαστος, -ον (Α) τοπάζω ανείκαστος, αφάνταστος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (65 words) - 06:59, 29 September 2017
  • нащупывать = ἐπιψηλαφάω, τοπάζω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    63 bytes (38 words) - 09:05, 14 October 2019
  • ἠπερ-οπ-εύω. Useless suggestion in DELG: cross of κλέπτω, κλοπή and τόπος, τοπάζω; such conflations rather show our desperation than that they solve anything
    5 KB (403 words) - 13:45, 2 October 2019
  • ставить на место = τοπάζω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    36 bytes (39 words) - 21:15, 14 October 2019
  • догадываться = σταθμόομαι, συνυπονοέω, τοπάζω, ἐπεικάζω, μαντεύομαι, ὑπονοέω, σημαίνω, στοχάζομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    204 bytes (44 words) - 17:34, 18 October 2019