Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τριήραρχος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο τριήραρχος: ὁ, I. κυβερνήτης τριήρους, σε Ηρόδ., Αττ. II. στην Αθήνα, τριήραρχος καλούνταν ο πολίτης, ο οποίος (ή μόνος
    5 KB (412 words) - 13:10, 31 December 2020
  • ὁ. be captain of a ship, v.: Ar. and P. ναυκληρεῖν. of a trireme: P. τριήραρχος, ὁ. captain of a thousand men: P. and V. χιλίαρχος, ὁ (Xen.). captain
    2 KB (142 words) - 19:10, 9 December 2020
  • (Α) είμαι τριήραρχος πέρα από τον καθορισμένο χρόνο («καὶ ἐπιτετριηράρχηκα τέτταρας μῆνας», Δημοσθ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τριηραρχώ (< τριήραρχος < τριήρης
    617 bytes (31 words) - 06:37, 29 September 2017
  • équiper une trière. Étymologie: τριήραρχος. τριηραρχέω: μέλ. τριηραρχήσω, παρακ. τετριηράρχηκα· I. είμαι τριήραρχος, κυβερνώ τριήρη, σε Ηρόδ., Θουκ.·
    5 KB (449 words) - 12:25, 20 April 2021
  • sources: A v. τριήραρχος. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τριηράρχης: -ου, ὁ, μεταγεν. τύπος ἀντὶ τοῦ τριήραρχος, τριηράρχας μὲν ὠνόμαζον
    877 bytes (53 words) - 13:30, 31 December 2020
  • Ἀθήναις, ὁ ἐξοπλισμὸς τριήρους ὑπὸ πολίτου εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου (πρβλ. τριήραρχος ΙΙ), πρῶτον παρὰ τῷ Λυσίᾳ 908. 5, Ξεν. Ἀθην. 1, 13, Οἰκ. 2, 6· ἡ τριηραρχία
    3 KB (267 words) - 13:15, 31 December 2020
  • Étymologie: σύν, τριήραρχος. ὁ, A ο συμμέτοχος στη δαπάνη εξοπλισμού τριήρους και παράλληλα συγκυβερνήτης της. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + τριήραρχος «κυβερνήτης τριήρους»]
    2 KB (155 words) - 11:10, 31 December 2020
  • Ar. and P. τριήραρχος, ὁ. be a trierarch, v.: Ar. and P. τριηραρχεῖν. ⇢ Look up "trierarch" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    313 bytes (30 words) - 15:05, 10 December 2020
  • A = τριήραρχος, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τριηρονόμος: ὁ, = τριήραρχος, Ἡσύχ. ὁ, Α (κατά τον Ησύχ.) τριήραρχος. [ΕΤΥΜΟΛ
    750 bytes (39 words) - 13:25, 31 December 2020
  • τριηραρχῶ, -έω, ΝΑ τριηράρχης (στην αρχ. Αθήνα) εξοπλίζω τριήρη, είμαι τριήραρχος αρχ. 1. είμαι κυβερνήτης τριήρους («ἀνδρὸς δοκίμου καὶ τότε τριηραρχέοντος»
    506 bytes (40 words) - 12:54, 29 September 2017
  • (ναύαρχος), rein lat. magister oder praefectus navis (im allg.). – trierarchus (τριήραρχος, Befehlshaber einer Triere). – centurio classiarius (Flottenkapitän).
    318 bytes (26 words) - 09:47, 15 August 2017
  • trĭērarchus: i, m., = τριήραρχος,> I the captain of a trireme, a trierarch, Cic. Verr. 2, 1, 20, § 52; Tac. H. 2, 16; Suet. Ner. 34; Inscr. Orell. 2652;
    467 bytes (90 words) - 07:10, 28 February 2019
  • ἡ. of triremes, adj.: P. τριηρικός. captain of a trireme: Ar. and P. τριήραρχος, ὁ. trireme builder: P. τριηροποιός, ὁ. ⇢ Look up "trireme" on Perseus
    5 KB (599 words) - 09:28, 10 January 2021
  • captain of a trireme = τριήραρχος ⇢ Look up "captain of a trireme" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    53 bytes (25 words) - 21:15, 22 May 2020
  • ὁ, Α υποπλοίαρχος σε τριήρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τριήραρχος «κυβερνήτης πολεμικού πλοίου»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    322 bytes (21 words) - 12:55, 29 September 2017
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἐπιτριήραρχος, ὁ (Α) επιγρ. τριήραρχος που παραμένει στη διοίκηση της τριήρους και μετά τη λήξη της θητείας του
    692 bytes (50 words) - 09:55, 1 January 2021
  • ἐπιτριήραρχος, ὁ (Α) επιγρ. τριήραρχος που παραμένει στη διοίκηση της τριήρους και μετά τη λήξη της θητείας του. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    253 bytes (27 words) - 07:12, 29 September 2017
  • sources: ὁ, at Athens, A commander of fifty men, serving under the τριήραρχος, X. Ath. 1.2, D.50.18, 19, 24 (wrongly expld. by Harp. as commander of
    3 KB (248 words) - 17:15, 6 January 2021
  • ταξίαρχος, φρούραρχος αρχ. εκατόνταρχος, εφήβαρχος, ίππαρχος, κώμαρχος, τριήραρχος νεοελλ. μοίραρχος, πλοίαρχος, πτέραρχος, σμήναρχος κ.ά. Τέλος, το -αρχος
    3 KB (197 words) - 21:30, 29 December 2020
  • General | Authors & Works ὁ, Α υποπλοίαρχος σε τριήρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τριήραρχος «κυβερνήτης πολεμικού πλοίου»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    755 bytes (44 words) - 14:30, 1 January 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)