Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τριχθά" on this wiki. See also the other search results found.

  • | slang.gr | Κάτο τριχθά: Επικ. επίρρ., εκτετ. τύπος του τρίχα, σε τρία μέρη, σε Όμηρ. τριχθά: (ᾰ) adv. Hom. = τρίχα I. τριχθά [τρίς] adv., in drie
    2 KB (145 words) - 02:05, 10 January 2019
  • 20.2; φλὸξδ. τὴν τῶν λίθων ἰσχύν Procop.Pers.2.17:—Pass., once in Hom., τριχθά τε καὶ τετραχθὰ διατρυφέν [τὸ ξίφος] Il.l.c.; of a drug, to be crushed,
    12 KB (1,062 words) - 20:50, 9 January 2019
  • 67; διὰ γαῖαν τ. δασσάμενοι Pi.O.7.75; τ. διῄρηται Arist.HA 503a27; cf. τριχθά; the common Prose form is τριχῆ (q. v.). [Seite 1149] adv., dreifach,
    9 KB (751 words) - 14:10, 31 January 2019
  • derivations: *διχθ-ι̯ο-, διχ-ι̯ο-? S. Schwyzer 598. - After δίχα, διχθά also τρίχα, τριχθά etc. (Schwyzer ib.). - IE *du̯i-s belongs to δύο; beside *du̯i-s in δί-ς
    11 KB (1,034 words) - 13:25, 3 October 2019
  • τέτραχα, Il.3.363, Od.9.71; cf. διχθά, τριχθά. [Seite 1100] ep. = τέτραχα, Il. 3, 363 Od. 9, 71, wie διχθά, τριχθά gebildet. adv. en quatre. Étymologie:
    1 KB (81 words) - 01:58, 10 January 2019
  • δίχα). Ο τ. τριξός < τρι- + επίθημα -ξός μέσω ενός τ. τριχθjος < επίρρ. τριχθά (πρβλ. διξός < διχθjος < διχθά)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    6 KB (393 words) - 01:59, 10 January 2019
  • τετραχθὰ: [ᾰ], Ἐπίρρ., ποιητ. ἀντὶ τέτραχα, Ἰλ. Γ. 363, Ὀδ. Ι. 71, πρβλ. διχθά, τριχθά.
    179 bytes (15 words) - 10:49, 5 August 2017
  • partager ; Pass. être divisé : διχθά OD en deux ; δίχα πάντα δέδασται OD ou τριχθά IL tout est partagé en deux ou en trois; 2 avec idée de violence déchirer :
    37 KB (3,544 words) - 14:28, 2 October 2019
  • μέμονε my heart is divided, Il.16.435. [Seite 646] p. = δίχα; vgl. τρίχα τριχθά, τέτραχα τετραχθά, μαλακός μαλθακός, χαμαλός χθαμαλός. Bei Homer διχθά zweimal:
    3 KB (289 words) - 21:10, 9 January 2019
  • (lyr.), Ch.792 (lyr.), etc. Adv. -πλῶς Procl. in Prm. p.656S.; gloss on τριχθά, Hdn.Epim.134: but dat. fem. τριπλῇ is used as Adv. in Il.1.128, Luc.Pseudol
    4 KB (340 words) - 02:05, 10 January 2019
  • Παλατ. 5. 244, 260., 9. 482. -ία, -ον, Α τριπλός, τριμερής. [ΕΤΥΜΟΛ. < τριχθά + επίθημα -άδιος (πρβλ. διχθ-άδιος, κατοικ-άδιος)]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (63 words) - 06:48, 31 December 2018
  • ; τοξεύμασι τὸ ὀστέον διεσχίσθην Plut.); 2) разрывать (τὸ ἱμάτιον Plat.; τριχθὰ διέσχισεν ἲς ἀνέμοιο Hom.); 3) разделять, разобщать: διασχισθέντες τρίβῳ
    7 KB (691 words) - 11:20, 26 February 2019
  • zerbrechen; Iliad. 3, 363 ἐρυσσάμενος ξίφος πλῆξεν κόρυθος φάλον· ἀμφὶ δ' ἄρ' αὐτῷ τριχθά τε καὶ τετραχθὰ διατρυφὲν ἔκπεσε χειρός; Xen. Ages. 2, 14 ἀσπίδας διατεθρυμμένας;
    1 KB (160 words) - 19:33, 2 August 2017
  • ἐρυσσάμενος ξίφος ἀργυρόηλον πλῆξεν ἀνασχόμενος κόρυθος φάλον· ἀμφὶ δ' ἄρ' αὐτῷ τριχθά τε καὶ τετραχθὰ διατρυφὲν ἔκπεσε χειρός, vgl. Didym.; von nicht anschließender
    89 KB (9,001 words) - 14:12, 2 October 2019
  • in drie stukken = τριχθά Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    36 bytes (34 words) - 09:10, 10 January 2019
  • Pass., to be settled, of men or tribes to whom new abodes are assigned, τριχθὰ ᾤκηθεν καταφυλαδόν Il.2.668 : Ion. pf. Pass. οἴκημαι, as pres., οἱ ἐν τῇ
    30 KB (2,836 words) - 13:20, 3 October 2019
  • Odyss. 15, 412 ἔνθα δύω πόλιες, δίχα δέ σφισι πάντα δέδασται; Iliad. 15, 189 τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται ; Odyss. 1, 23 Αἰθίοπας τοὶ διχθὰ δεδαίαται, sie sind
    13 KB (1,248 words) - 14:25, 2 October 2019
  • distribuido, estar repartido τὰ μὲν πολίων ἐξεπράθομεν, τὰ δέδασται Il.1.125, τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται Il.15.189, cf. Od.15.412, δεκάτη ... δέδασται Hes.Th.789
    27 KB (2,696 words) - 14:25, 2 October 2019
  • 135, Εὔπολ. ἐν «Αἰξὶ» 1, 5. ΙΙ. τὸ ἄνθος τῆς σκίλλης, αὕτως δ’ ἀνθέρικος τριχθὰ σκίλλης ὑπερανθεῖ, «ἀνθέρικον νῦν εἴρηκε τὸ ἄνθος τῆς σκίλλης· κυρίως γὰρ
    4 KB (377 words) - 16:30, 31 December 2018