Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τυκάνη" on this wiki. See also the other search results found.

  • v.): also Dim. τυκάνιον, PLond.5.1657.7 (iv/v A. D.), Gloss. (-νιν). τυκάνη: ἡ, ὄργανον ᾧ ἀλοῶσιν, ἁλωνιστικὴ σανίς, κοινῶς «δουκάνη» ἢ «θρουνάκη»,
    2 KB (130 words) - 12:58, 29 September 2017
  • τὸ, Α τυκάνη υποκορ. τ. του τυκάνη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    91 bytes (16 words) - 12:58, 29 September 2017
  • τυτάνη: ἡ, ἴδε τυκάνη. η, Α βλ. τυκάνη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    126 bytes (17 words) - 12:50, 29 September 2017
  • βοσκημάτων 4. είδος αλωνιστικού οργάνου, δοκάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τυκάνιον, υποκορ. του τυκάνη με μαλάκωμα του -τ- πριν από -ι- (πρβλ. κληματσίδα < κληματίδα). Στον τ
    907 bytes (65 words) - 12:58, 29 September 2017
  • θηρευτικὰ δίκτυα ἐστερεώνοντο, ὁ αὐτ. (I) και δουκάνη, η και δοκάνι, το (Α τυκάνη και τυτάνη, Μ δουκάνη) αλωνιστική μηχανή που αποτελείται από μια σανίδα
    2 KB (122 words) - 13:01, 8 January 2019
  • Gloss. (post τρυτ-); cf. τυκάνη. ἡ, Α όργανο κυλινδρικού σχήματος κατάλληλο για το αλώνισμα σιτηρών. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. της λ. τυκάνη, κατ' επίδραση του ρ
    898 bytes (52 words) - 12:55, 29 September 2017
  • ἱκετεύει, Hsch. τυτάνη, ἡ,    A v. τυκάνη. Α (κατά τον Ησύχ.) «ἱκετεύει». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    485 bytes (21 words) - 12:45, 29 September 2017