Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τόκος" on this wiki. See also the other search results found.

  • γενεή τε τόκος τε, Od. 15, 175; Οἰδίπου τόκος, der Sohn des Oedipus, Aesch. Spt. 354. 389, u. öfter, wie Soph. u. Eur.; selten in Prosa, ὁ τόκος τῆς γυναικός
    18 KB (1,677 words) - 14:35, 3 October 2019
  • τέκνον, τό (rare P.), τέκος, τό, γόνος, ὁ, V. γονή, ἡ, σπέρμα, τό, σπορά, ἡ, τόκος, ὁ; see child. Look up son on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    444 bytes (53 words) - 07:22, 22 August 2017
  • το (AM ἐπιτόκιον) επίτοκος νεοελλ. ο τόκος τών εκατό δραχμών σε έναν χρόνο αρχ. 1. σύνθετος τόκος, τόκος τόκων 2. ποίημα για τη γέννηση ή για τα γενέθλια
    380 bytes (37 words) - 06:32, 29 September 2017
  • subs. Of children: P. and V. τόκος, ὁ, λοχεία, ἡ (Plat.). Gait: P. and V. σχῆμα, τό. Ways: P. and V. τρόποι, οἱ. Past bearing: use adj., intolerable. Meaning:
    788 bytes (86 words) - 09:22, 21 July 2017
  • — πλήθος πτηνών (Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ᾠόν «αβγό» + -τόκος (< τόκος < τίκτω), πρβλ. τερατο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    836 bytes (59 words) - 06:14, 29 September 2017
  • αυτός που συμβαίνει κατά τον τοκετό. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυῶ + -τόκος (< τίκτω), πρβλ. θεο-τόκος, κουρο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    426 bytes (27 words) - 06:42, 29 September 2017
  • Μέδουσα) αυτή που γέννησε ίππο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + τόκος (< τίκτω), πρβλ. διδυμο-τόκος, φυλλο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    449 bytes (29 words) - 07:19, 29 September 2017
  • subs. Child-birth: P. and V. τόκος, ὁ, or pl. (Plat.), λοχεία, ἡ (Plat.), V. λοχεύματα, τά, γονή, ἡ. A coming into being: P. and V. γένεσις, ἡ, Ar. and
    1 KB (123 words) - 09:23, 21 July 2017
  • ως επίρρ.) τὸ ἐγχώριον κατά τη συνήθεια τών ντόπιων 5. (κατά τον Ησύχ.) «τόκος, δάνειον». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    785 bytes (66 words) - 07:06, 29 September 2017
  • V. ὁ νεάζων. subs. Of animals: P. and V. θρέμμα, τό (Plat.), V. γονή, ἡ, τόκος, ὁ, νεοσσός, ὁ. Whelp: P. and V. σκύλαξ, ὁ or ἡ, Ar. and V. σκύμνος, ὁ or
    2 KB (210 words) - 11:01, 7 August 2017
  • (Α) αυτός που παράγει ψάρια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + -τόκος (< τίκτω), πρβλ. αρρενο-τόκος, ιππο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    419 bytes (26 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ὑγροτόκους ὠδῑνας», Νόνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + -τόκος (< τόκος < τίκτω), πρβλ. βραδυ-τόκος, θηλυ-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    532 bytes (31 words) - 12:56, 29 September 2017
  • ον και όχι αβγό. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + -τόκος (< τόκος < τίκτω «γεννώ»), πρβλ. παιδο-τόκος, τερατο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    523 bytes (32 words) - 12:27, 29 September 2017
  • (I) -άω, Α τόκος είμαι ετοιμόγεννη. (II) -όω, Α τόκος (κατά τον Φώτ.) «τοκούμενον γεννώμενον, τικτόμενον». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    264 bytes (25 words) - 12:10, 10 January 2019
  • θηλυκό ζώου που γεννά γρήγορα και εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + -τόκος (< τόκος), πρβλ. αρρενο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    395 bytes (26 words) - 12:10, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που παράγει νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)- + -τόκος (< τόκος < τίκτω), πρβλ. οἰνο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    405 bytes (24 words) - 12:51, 29 September 2017
  • τοκετός: -οῦ, ὁ, = τόκος, γέννα, σε Ανθ. τοκετός: ὁ тж. pl. роды Arst.: ἡ τοκετῶν βάσανος Anth. родовые муки. τοκετός, οῦ, ὁ, = τοκός] birth, delivery
    4 KB (276 words) - 07:55, 21 August 2019
  • το (AM διάφορον) τόκος χρημάτων («έβαλα τα χρήματα μου στο διάφορο») νεοελλ. 1. κέρδος, ωφέλεια, συμφέρον («δε θέλει δίχως διάφορο οι κοπανιές να πηαίνουν»
    2 KB (160 words) - 07:04, 29 September 2017
  • (Α) αυτή που γεννάει σε μεγάλη ηλικία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀψι- (βλ. λ. οψέ) + -τόκος (< τόκος < τίκτω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    425 bytes (26 words) - 12:12, 29 September 2017
  • γέννημα, τό, γένεθλον, τό, σπέρμα, τό, σπορά, ἡ, λόχευμα, τά (Eur. H.F. 252), τόκος, ὁ. scion: Ar. and V. ἔρνος, τό, V. θάλος, τό, βλάστημα, τό, φυτόν, τό; see
    652 bytes (83 words) - 10:15, 23 September 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)