Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τύκος" on this wiki. See also the other search results found.

  • πολεμικός πέλεκυς, σε Ηρόδ. τύκος: (ῠ) ὁ τεύχω 1) каменотесный молот или топор Eur.; 2) боевой топор, секира Her. τύκος -ου, ὁ beitel:; βάθρα... τύκοις
    7 KB (681 words) - 16:00, 2 October 2019
  • Pick-axe: Ar. and P. σμινύη, ἡ, Ar. and V. δίκελλα ἡ, μάκελλα, ἡ, V. γένυς, ἡ, τύκος, ὁ, σίδηρος, ὁ. Unhewn by the axe, adj.: V. ἀσκέπαρνος. Look up axe on Perseus
    520 bytes (65 words) - 09:22, 21 July 2017
  • form) of τύκος, Eust.136.23. τῠκίον: τό, ὑποκορ. τοῦ τύκος, Εὐστ. 136. 23· τύκιον ἐν Νικήτ. Χρον. 41Β. τὸ, ΜΑ, και τύκιον Μ τύκος υποκορ. του τύκος. Αναζήτηση
    596 bytes (41 words) - 12:58, 29 September 2017
  • subs. Ar. and V. σφῦρα, ἡ (Aesch., Frag.), V. ῥαιστήρ, ὁ, τύκος, ὁ, τυπάς, ἡ (Soph., Frag.). v. trans. Ar. τυκίζειν; see strike, fasten. Look up hammer
    310 bytes (41 words) - 11:00, 7 August 2017
  • (τύκος)    A work stones, λίθους Ar.Av.1138. τῠκίζω: μέλλ. Ἀττικ. -ιῶ, (τύκος) κολάπτω, κόπτω, ξέω (λίθους), τούτους (δηλ. τοὺς λίθους) ἐτύκιζον αἱ κρέκες
    1 KB (89 words) - 19:25, 9 January 2019
  • subs. Ar. and P. σμίλη, ἡ, V. τύκος, ὁ. trans. Carve: Ar. and P. γλύφειν. Shape stones: Ar. τυκίζειν. Look up chisel on Perseus Dictionaries | Perseus
    280 bytes (36 words) - 09:25, 21 July 2017
  • ὁ,    A v. τύκος. [Seite 1167] ὁ, s. τύκος. τύχος: ὁ, (τεύχω) = τύκος, Θέογν. 24. ὁ, Α (ποιητ. τ.) βλ. τύκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    845 bytes (46 words) - 02:00, 10 January 2019
  • δόμους», Αισχύλ.) 2. έτοιμος («εὔτυκος γλῶσσα», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. ευ + τύκος «τσεκούρι, κόφτης»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    486 bytes (32 words) - 07:15, 29 September 2017
  • τοιχοδομία ή στην επίχριση μσν. μικρό σιδερένιο εργαλείο τών λιθοξόων, ο τύκος, το τυκίον (μσν. -αρχ.) υποκορ. του μύστρον αρχ. 1. η μυστίλη 2. είδος μέτρου
    825 bytes (71 words) - 11:57, 29 September 2017
  • (hand)hammer, stamper". On an older word for stone hammer s. ἄκμων. Cf. also τύκος. σφῦρα, ἡ, 1. a hammer, Od., Hdt. 2. a beetle, mallet, for breaking clods
    12 KB (1,038 words) - 15:55, 2 October 2019
  • τυχίζω [τύκος] hakken, bikken.
    63 bytes (4 words) - 13:40, 31 December 2018
  • δοκάνη 2. είδος κηπουρικού εργαλείου για την διάλυση τών σβώλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τύκος + επίθημα -άνη (πρβλ. σκαπ-άνη). Η λ. απαντά και με τις μορφές τυτάνη (πιθ
    2 KB (130 words) - 12:58, 29 September 2017
  • (τύχος,    A = τύκος) = ἀποπελεκάω, Paus.Gr.Fr. 62:—Pass., Hsch. [Seite 333] behauen, einen Stein; Hesych. auch ἀποτυκίζω. ἀποτυχίζω: «ἀποτυχισθείς·
    1 KB (49 words) - 12:16, 21 August 2017
  • gr | Κάτο τύκη: ἡ (τύκος), εργαλείο κτίστη ή λιθοκόπου, σε Ευρ. τύκη: ἡ Eur. (v. l. к τεῖχος и τύπος) = τύκισμα. τύκη, ἡ, τύκος mason's work, Eur.
    773 bytes (65 words) - 02:00, 10 January 2019
  • ῥᾴδιον». επίρρ... εὐτυκῶς (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ῥᾳδίως». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τύκος (ο) «τσεκούρι, όργανο για σμίλευση»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    998 bytes (44 words) - 07:15, 29 September 2017
  • subs. Ar. and P. σμινύη, ἡ, Ar. and V. δίκελλα, ἡ, μάκελλα, ἡ, V. γενῇς, ἡ, τύκος, ὁ, σίδηρος, ὁ. Look up pick-axe on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    263 bytes (38 words) - 09:48, 21 July 2017
  • τείχη, Εὐρ. Τρῳ. 812· λαΐνων τυκισμάτων ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 124. 3· πρβλ. τύκη, τύκος. ατος (τό) : construction en pierres de taille. Étymologie: τυκίζω. τὸ
    2 KB (180 words) - 02:00, 10 January 2019
  • καὶ (ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν λέξιν) τόξον, τόσσαις· 2) √ ΤΥΚ ἢ ΤΥΧ, τύκος, τυγχάνω, ἔτυχον, τύχη, τεύχω· κοινὴν δὲ ἔννοιαν μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὁμάδων
    45 KB (4,466 words) - 14:35, 3 October 2019
  • ῥᾴδιον». επίρρ... εὐτυκῶς (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ῥᾳδίως». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τύκος (ο) «τσεκούρι, όργανο για σμίλευση»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    574 bytes (35 words) - 07:15, 29 September 2017
  • δόμους», Αισχύλ.) 2. έτοιμος («εὔτυκος γλῶσσα», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. ευ + τύκος «τσεκούρι, κόφτης»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (244 words) - 11:25, 26 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)