Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τύκος" on this wiki. See also the other search results found.

  • πολεμικός πέλεκυς, σε Ηρόδ. τύκος: (ῠ) ὁ τεύχω 1) каменотесный молот или топор Eur.; 2) боевой топор, секира Her. τύκος -ου, ὁ beitel:; βάθρα... τύκοις
    7 KB (724 words) - 13:38, 31 December 2020
  • pick-axe: Ar. and P. σμινύη, ἡ, Ar. and V. δίκελλα ἡ, μάκελλα, ἡ, V. γένυς, ἡ, τύκος, ὁ, σίδηρος, ὁ. unhewn by the axe, adj.: V. ἀσκέπαρνος. ⇢ Look up "axe"
    699 bytes (64 words) - 18:55, 9 December 2020
  • Ar. and V. σφῦρα, ἡ (Aesch., Fragment), V. ῥαιστήρ, ὁ, τύκος, ὁ, τυπάς, ἡ (Soph., Fragment). Ar. τυκίζειν; see strike, fasten. ⇢ Look up "hammer" on
    458 bytes (38 words) - 20:57, 9 December 2020
  • τό, Dim. (only in form) of τύκος, Eust.136.23. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τῠκίον: τό, ὑποκορ. τοῦ τύκος, Εὐστ. 136. 23· τύκιον ἐν
    582 bytes (54 words) - 20:15, 7 July 2020
  • sources: (τύκος) A work stones, λίθους Ar.Av.1138. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τῠκίζω: μέλλ. Ἀττικ. -ιῶ, (τύκος) κολάπτω, κόπτω
    1 KB (102 words) - 13:35, 31 December 2020
  • Ar. and P. σμίλη, ἡ, V. τύκος, ὁ. carve: Ar. and P. γλύφειν. shape stones: Ar. τυκίζειν. ⇢ Look up "chisel" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    400 bytes (34 words) - 19:15, 9 December 2020
  • sources: ὁ, A v. τύκος. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1167] ὁ, s. τύκος. τύχος: ὁ, (τεύχω) = τύκος, Θέογν. 24. ὁ, Α (ποιητ
    824 bytes (59 words) - 13:37, 31 December 2020
  • δόμους», Αισχύλ.) 2. έτοιμος («εὔτυκος γλῶσσα», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. ευ + τύκος «τσεκούρι, κόφτης»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    486 bytes (32 words) - 07:15, 29 September 2017
  • subs. Ar. and P. σμινύη, ἡ, Ar. and V. δίκελλα, ἡ, μάκελλα, ἡ, V. γενῇς, ἡ, τύκος, ὁ, σίδηρος, ὁ. ⇢ Look up "pick-axe" on Perseus Dictionaries | Perseus
    306 bytes (38 words) - 09:40, 10 December 2020
  • τοιχοδομία ή στην επίχριση μσν. μικρό σιδερένιο εργαλείο τών λιθοξόων, ο τύκος, το τυκίον (μσν. -αρχ.) υποκορ. του μύστρον αρχ. 1. η μυστίλη 2. είδος μέτρου
    825 bytes (71 words) - 11:57, 29 September 2017
  • τυχίζω [τύκος] hakken, bikken.
    63 bytes (4 words) - 13:40, 31 December 2018
  • δοκάνη 2. είδος κηπουρικού εργαλείου για την διάλυση τών σβώλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τύκος + επίθημα -άνη (πρβλ. σκαπ-άνη). Η λ. απαντά και με τις μορφές τυτάνη (πιθ
    2 KB (143 words) - 13:40, 31 December 2020
  • (hand)hammer, stamper". On an older word for stone hammer s. ἄκμων. Cf. also τύκος. σφῦρα, ἡ, 1. a hammer, Od., Hdt. 2. a beetle, mallet, for breaking clods
    11 KB (1,051 words) - 12:00, 31 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: (τύχος, A = τύκος) = ἀποπελεκάω, Paus.Gr.Fr. 62:—Pass., Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors
    992 bytes (60 words) - 20:45, 31 December 2020
  • gr | Κάτο τύκη: ἡ (τύκος), εργαλείο κτίστη ή λιθοκόπου, σε Ευρ. τύκη: ἡ Eur. (v. l. к τεῖχος и τύπος) = τύκισμα. τύκη, ἡ, τύκος mason's work, Eur.
    773 bytes (65 words) - 02:00, 10 January 2019
  • ῥᾴδιον». επίρρ... εὐτυκῶς (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ῥᾳδίως». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τύκος (ο) «τσεκούρι, όργανο για σμίλευση»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    963 bytes (57 words) - 09:25, 30 December 2020
  • τείχη, Εὐρ. Τρῳ. 812· λαΐνων τυκισμάτων ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 124. 3· πρβλ. τύκη, τύκος. ατος (τό) : construction en pierres de taille. Étymologie: τυκίζω. τὸ
    2 KB (193 words) - 13:45, 31 December 2020
  • καὶ (ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν λέξιν) τόξον, τόσσαις· 2) √ ΤΥΚ ἢ ΤΥΧ, τύκος, τυγχάνω, ἔτυχον, τύχη, τεύχω· κοινὴν δὲ ἔννοιαν μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὁμάδων
    45 KB (4,479 words) - 10:45, 10 January 2021
  • ῥᾴδιον». επίρρ... εὐτυκῶς (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ῥᾳδίως». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τύκος (ο) «τσεκούρι, όργανο για σμίλευση»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    574 bytes (35 words) - 07:15, 29 September 2017
  • δόμους», Αισχύλ.) 2. έτοιμος («εὔτυκος γλῶσσα», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. ευ + τύκος «τσεκούρι, κόφτης»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (257 words) - 10:35, 10 January 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)