Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τύχη" on this wiki. See also the other search results found.

  • πάντα τύχη καὶ μοῖρα, Περίκλεες, ἀνδρὶ δίδωσι Archil.16; ἡμῖν ἐκ πάντων τοῦτ' ἀπένειμε τύχη Simon.100; πύργοις δ' ἀπειλεῖ δείν', ἃ μὴ κραίνοι τύχη A.Th
    49 KB (4,441 words) - 16:00, 2 October 2019
  • ενδιάμεσος δαίμων. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. τύχη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο Τύχη: дор. Τύχα ἡ Тиха 1) богиня
    1 KB (102 words) - 05:00, 1 January 2019
  • πόρισμα 4. αστρολ. η επίδραση ορισμένων θέσεων των άστρων στην ανθρώπινη τύχη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    592 bytes (47 words) - 06:57, 29 September 2017
  • -ές, Μ και εὔτυχος, -η, -ο) αυτός που έχει ή φέρνει καλή τύχη, αυτός που ευνοείται από την τύχη, ο ευτυχισμένος, ο καλότυχος (α. «ευτυχές το νέο έτος» β
    2 KB (148 words) - 14:15, 14 January 2019
  • (Α ἄτυχος, -ον) 1. αυτός που δεν έχει τύχη, κακότυχος 2. ο ταπεινής καταγωγής 3. εκείνος που δεν φέρνει καλή τύχη, καταραμένος 4. κακός, πονηρός 5. δύστροπος
    619 bytes (49 words) - 06:59, 29 September 2017
  • V. τύχη, ἡ, συμφορά, ἡ, Ar. and P. συντυχία, ἡ. One's lot: P. and V. τύχη, ἡ, δαίμων, ὁ. Plight: V. πρᾶξις, ἡ. Fortune personified: P. and V. Τύχη, ἡ.
    865 bytes (92 words) - 09:41, 21 July 2017
  • η (ΑΜ εὐδαιμονία, Α και ιων. τ. εὐδαιμονίη) ευδαίμων 1. καλή τύχη, ευτυχία 2. υλική ευημερία, ευμάρεια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    245 bytes (26 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἀποτυχία) αποτυχής ανεπιτυχής έκβαση προσπάθειας αρχ.-μσν. κακή ή δυσμενής τύχη, ατυχία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    235 bytes (23 words) - 06:22, 29 September 2017
  • ενέργειες ή καταστάσεις) ανεπιτυχής, άστοχος μσν. 1. αυτός που φέρνει κακή τύχη και οδηγεί σε αποτυχία 2. κακός, μοχθηρός αρχ. αμέτοχος, άμοιρος («σοφίας
    1 KB (70 words) - 11:10, 23 December 2018
  • («τὸ διακαὲς τοῦ πόθου τῇ ἐλπίδι τῆς ἐπιτυχίας ἀναψύχοντες», Φώτ.) αρχ. 1. τύχη, ευτυχία («ὁκόσα ἐπιτυχίῃ ποιέουσιν οἱ ἰητροί», Ιπποκρ.) 2. πλεονέκτημα,
    853 bytes (62 words) - 12:25, 15 February 2019
  • -ον (ΑΜ εὐδαίμων, -ον) 1. αυτός που έχει καλή τύχη, ο ευτυχής 2. ο αληθινά ευτυχισμένος («εὐδαίμων βίος», Πλάτ.) 3. ευκατάστατος, πλούσιος 4. φρ. «εὐδαίμων
    918 bytes (64 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -η, -ο (Μ καλότυχος, -η, -ον) αυτός που έχει καλή τύχη, που έχει ευνοηθεί από τη μοίρα, ευτυχισμένος, μακάριος, καλόμοιρος («καλότυχά είναι τα βουνά»,
    728 bytes (48 words) - 07:20, 29 September 2017
  • κάποιος κάτι, να το βάζει σε μια θέση («η τοποθέτηση τών βιβλίων έγινε στην τύχη») 2. (δημ. δίκ.) α) ο καθορισμός της θέσης στην οποία πρόκειται να υπηρετήσει
    1 KB (93 words) - 12:57, 29 September 2017
  • φρ. α) «τυχερά παιχνίδια» — παιχνίδια τα οποία εξαρτώνται κυρίως από την τύχη β) «τεχνικά παιχνίδια» — παιχνίδια που εξαρτώνται από την ικανότητα του παίκτη
    3 KB (225 words) - 12:12, 29 September 2017
  • διαρκώς κινείται 2. αυτός που μεταβάλλεται εύκολα («ἄστατος καιρός, χαρακτήρας τύχη», «τὸ τῆς τύχης ἄστατον») αρχ. 1. ο ασαφής («ἄστατος θεωρία») 2. εκείνος
    665 bytes (55 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ιων. τ. εὐτυχία, Μ και εὐτυχιά) ευτυχώ το να είναι κάποιος ευτυχής, καλή τύχη, ευημερία, ευδαιμονία, επιτυχία του σκοπού (α. «ευτυχία να πιθυμάη και ποτέ
    1 KB (98 words) - 12:39, 15 February 2019
  • σε κάτι («τὰ πραττόμενα τῆς τύχης ἐξῆπτεν» — εξαρτούσε από την τύχη, απέδιδε στην τύχη τα πραττόμενα, Πλούτ.) 4. συνδέω σε ακολουθία, προσαρμόζω 5. αποθέτω
    3 KB (209 words) - 12:20, 15 February 2019
  • επιδιώκεται («ο καιρός είναι ευνοϊκός για ταξίδι») 2. αυτός που φέρνει καλή τύχη, ο αίσιος, ο ευοίωνος. επίρρ... ευνοϊκώς και ευνοϊκά (Α εὐνοϊκῶς) με ευνοϊκό
    1 KB (95 words) - 07:14, 29 September 2017
  • subs. P. and V. τύχη, ἡ. Chance: P. and V. τύχη, ἡ, συμφορά, ἡ, Ar. and P. συντυχία, ἡ. One's lot: P. and V. τύχη, ἡ, δαίμων, ὁ. Good luck: P. and V. εὐπραξία
    722 bytes (82 words) - 09:46, 21 July 2017
  • η / σύμπτωσις, -ώσεως, ΝΜΑ συμπίπτω αυτό που συμβαίνει κατά τύχη, τυχαίο συμβάν (α. «τί ευχάριστη σύμπτωση» β. «αἱ μὴ δυνάμεναι συλλαμβάνειν ἐὰν ἢ διὰ
    2 KB (171 words) - 12:34, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)