Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "υἱόν" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἀναδενδράδα, Hsch.; cf. ὑιήν. υἱόν: τό, ἀγρία ἄμπελος (ἀναδενδρὰς) Ἡσύχ., πρβλ. υἱή. Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀναδενδράδα». [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του υιή (II)]
    615 bytes (32 words) - 12:53, 29 September 2017
  • διαπλάθω, ασκώ, διαμορφώνω («εἰς ἀρετήν... πλάττοντι και δημιουργοῡντι τον υἱόν») 6. τα δημιουργούμενα τα προϊόντα τών τεχνών. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (124 words) - 07:03, 29 September 2017
  • υἱός Od.11.270; Ποδῆς υἱὸς Ἠετίωνος Il.17.575, cf. 590; Ἀνθεμίωνος υἱόν 4.473; Σελάγου υἱόν 5.612; Ἕκτορ, υἱὲ Πριάμοιο 7.47; and Πηλῆος υἱός, Μηκιστῆος υἱός
    52 KB (5,765 words) - 14:35, 3 October 2019
  • 16,al.; ἀ. τὸ φρόνημα raise the spirit, X.Cyr.5.2.34:—Med., ἀναθρέψασθαι υἱόν have him educated, Hdn.1.2.1; ἀ. λειμὼν κάλλεα Nic.Fr.74.58:— Pass., grow
    8 KB (739 words) - 13:05, 3 October 2019
  • 324 Τιτυὸν γαιήιον υἱόν, = τὸν τῆς γῆς υἱόν, den Sohn der Erde; Odyss. 11, 576 Τιτυὸν γαίης ἐρικυδέος υἱόν; vgl. Σθένελον Καπανήιον υἱόν Iliad. 5, 108, Σθένελος
    2 KB (217 words) - 06:24, 29 September 2017
  • τὴν ἄμπελον, ἢ υἱόν, Hsch. υἱήω· ποιὰ βοτάνη, Id.
    338 bytes (9 words) - 01:10, 9 February 2013
  • Sp. υἱοθετέω: ὡς καὶ νῦν, προσλαμβάνω τινὰ ἢ ἀνακηρύττω ὡς υἱόν μου μὴ ὄντα φύσει ἐμὸν υἱόν, Ἀλέξ. Ἁλ. 557C, Εὐσέβ. Ι, 528Α, Γρηγ. Νύσσ. ΙΙ. 425Β, Δαμασκ
    942 bytes (64 words) - 11:44, 5 August 2017
  • Lg.879d, Criti.116c: —Med., of the woman, bear, Ἠὼς . . Κεφάλῳ φιτύσατο υἱόν Hes.Th. 986, cf. A.R.4.807, Opp.C.1.4; Ep. 2sg. fut. φιτύσεαι Mosch.2.160
    5 KB (374 words) - 02:35, 10 January 2019
  • vgl. Luc. Abdic. 16. An Kindes Statt annehmen u. in die Familie einführen, υἱόν Plat. Legg. IX, 878 a; Dem. 44, 24; εἰς τὸν οἶκον 43, 15; πρὸς ὃν εἰσεποιήθης
    13 KB (1,245 words) - 21:30, 9 January 2019
  • σχέσεις αρχ.-μσν. 1. η αγάπη του θεού προς τον άνθρωπο («αὐτὸν ἔπεμψεν τὸν Υἱόν ἀνῃρέθη καὶ οὗτος ἐλθών, καὶ οὐδὲ οὕτως ἔσβεσε τὸν ἔρωτα ἀλλ’ ἀνῆψε μειζόνως»
    7 KB (557 words) - 12:20, 15 February 2019
  • fellows, Isoc.12.8; cf. καταβεβλημένως.    II let fall, drop, ἀπὸ ἕο κάββαλεν υἱόν Il.5.343; κάββαλε νεβρόν, of an eagle, 8.249; of a fawning dog, οὔατα κάββαλεν
    43 KB (3,808 words) - 13:55, 3 October 2019
  • [Seite 706] darin schlachten; Plut. Dem. 31 τῷ κόλπῳ τὸν υἱόν. ao. 3ᵉ sg. ἐγκατέσφαξεν; égorger sur, rég. ind. au dat.. Étymologie: ἐν, κατασφάζω.
    879 bytes (77 words) - 19:08, 31 December 2018
  • βελέων Hom.); 8) уводить от опасности, избавлять, спасать (Ἴλιον, Νέστορος υἱόν Hom.); 9) освобождать от рабства, выкупать (τινα χρυσῷ Hom.); 10) защищать
    4 KB (335 words) - 20:56, 31 December 2018
  • Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀναδενδράδα». [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του υιή (II)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    204 bytes (20 words) - 12:50, 29 September 2017
  • α, ον,    A sprung from Gaia or Earth, Τιτυόν, Γαιήϊον υἱόν Od.7.324, cf. AP14.23.    II earthly, βίου βροτέου γ. δεσμά Nonn.D.37.4; μελέων γ. ἄχθος Eranos
    1 KB (69 words) - 06:12, 10 January 2019
  • -έω (Α) 1. έχω στην κοιλιά μου, εγκυμονώ, είμαι έγκυος («ἡ δ' ἐκύει φίλον υἱόν», Ομ. Ιλ.) 2. μένω έγκυος, συλλαμβάνω («κατακλίνεταί τε παρ' αὐτῷ καὶ ἐκύησε
    3 KB (227 words) - 12:40, 15 February 2019
  • κεκύηται Porph. Abst.1.54:—bear in the womb, be pregnant with, ἐκύει φίλον υἱόν Il.19.117; of a mare, βρέφος ἡμίονον κυέουσα 23.266: metaph., of the soul
    17 KB (1,632 words) - 15:25, 2 October 2019
  • υποταγής 2. αναγκάζω ή κάνω κάποιον να γονατίσει («ἐγονάτισε τὸν Ἰσαὰκ τὸν υἱόν του») νεοελλ. 1. πέφτω στα γόνατα από πίεση ή πόνο («κι από το σφίγμα τών
    3 KB (214 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (ἀϝέξω, ‘wax’), only pres. and ipf.: make to grow, increase, let grow up, υἱόν, Od. 13.360; mid. and pass., grow, grow up; μέγα πένθος, ‘cherish’; ἔργον
    20 KB (1,836 words) - 14:02, 2 October 2019
  • imper. ἔφεσσαι, part. ἐφεσσάμενος, inf. fut. ἐφέσσεσθαι) посадить (γούνασιν υἱόν Hom.): ἔφεσσαί με νηός Hom. возьми (досл. посади) меня на корабль; τινὰ Πύλονδε
    967 bytes (92 words) - 09:40, 31 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)